23 Απριλίου 2016

Το ανατρεπτικό πασχαλινό διήγημα του Ντοστογιέφσκι, όπου ο διάβολος διδάσκει σ' έναν παπά την ταπεινοφροσύνη

Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι συνδύαζε μια βαθιά πίστη στην ουσία της χριστιανικής πίστης με την αμφισβήτηση κάθε εξουσίας, όπως ήταν και η εκκλησία. Για παράδειγμα, τα χρόνια της εξορίας του στη Σιβηρία έγραφε από τη μια ότι ήταν "τέκνο της απιστίας και της αμφιβολίας μέχρι τώρα και είμαι σίγουρος ότι θα παραμείνω έτσι μέχρι τον τάφο", όμως παράλληλα διακήρυττε πως "ακόμη κι αν κάποιος μου αποδείκνυε ότι η αλήθεια βρίσκεται μακριά από το Χριστό, θα επέλεγα να παραμείνω με τον Χριστό παρά με την αλήθεια". Στα χρόνια αυτής της φυλακής, εξόριστος στη Σιβηρία, ο Ντοστογιέφσκι έγραψε μεταξύ άλλων και την παρακάτω πασχαλινή ιστορία, ένα διήγημα λάβρο κατά των φαρισαϊσμών από εκπροσώπους της χριστιανικής θρησκείας, που δεν αντιλαμβάνονται την ουσία τς πίστης που διακηρύττουν.

Το διήγημα αυτό του Ντοστογιέφσκι το βρήκα σε μια παλιά εφημερία (μεταφρασμένο άγνωστο από ποιόν ή ποια) υπό τον τίτλο "Ο διάβολος κάνει χωρατάδες":

Η ιδέα της ιστορίας αυτής μου ήρθε στο κεφάλι ακούγοντας το κήρυγμα ενός παπά την ημέρα του Πάσχα και την έγραψα πάνω στους τοίχους της φυλακής.
Μπροστά στην αγία Πύλη μιας μεγαλοπρεπούς εκκλησίας, όπου παντού άστραφτε το χρυσάφι και το ασήμι και λαμπάδες άπειρες έχυναν το φως τους, στεκότανε ο παπάς ντυμένος μ' ένα ωραίο φόρεμα και με λαμπρό χρυσοκέντητο φελόνι. Ήτανε καλοθρεμμένος και αξιοπρεπής με μάγουλα ροδοκόκκινα και καλοπεριποιημένα τα γένια του.
Η φωνή του ήταν εύηχη και μάντευε κανείς απ' τη στάση του την περηφάνια. Η θέα του παπά εναρμονιζόταν πολύ με την άφθονη πολυτέλεια και τη λάμψη της εκκλησίας.
Αλλά η ενορία του έδειχνε όλως διόλου την αντίθετη εικόνα. Οι περισσότεροι από τους πιστούς ήτανε εργάτες, φτωχοί χωρικοί, γριούλες και ζητιάνοι. Τα λιωμένα ρούχα τους έβγαζαν την ξεχωριστή εκείνη μυρωδιά της φτώχειας. Τα πρόσωπά τους διατηρούσαν τα σημάδια της πείνας και τα χέρια τους φέρνανε τα ίχνη της βαριάς δουλειάς.
Ο παπάς στάθηκε μπροστά στην εικόνα του Χριστού και αφού διάβασε την ευχή "Η Τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες.... πλούσιοι και πένητες μετ' αλλήλων χορεύσατε...." στράφηκε στον κόσμο και είπε με δυνατή φωνή:
"Αδελφοί εν Χριστώ. Ο Κύριος σας έδωσε την ζωή και είναι καθήκον σας να είστε ευχαριστημένοι. Αλλά είστε; Όχι.
Πρώτον, δεν έχετε αρκετή πίστη προς το Θεό. Δεν προσφέρετε, όπως θα έπρεπε, τόσα πλουσιοπάροχα δώρα στην εκκλησία.
Δεύτερον, δεν υπακούετε στις αρχές. Αντιστέκεστε στις δυνάμεις του κόσμου, στον τσάρο και περιφρονείτε τους νόμους. Και όμως το ευαγγέλιο λέει: "απόδοτε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θαού τω Θεώ". Αλήθεια σας λεω πως ο διάβολος σας σπρώχνει και παίρνετε αυτόν το δρόμο. Μάλιστα, αυτός πειράζει τις ψυχές σας και σεις πιστεύετε πως είναι η δική σας θέληση που σας μιλά. Κι όμως είναι θέληση του διαβόλου και όχι δική σας. Θα χορέψετε στις φλόγες της κόλασης. Γι' αυτό παρακαλώ το Θεό να γίνει ίλεως σε σας τους αμαρτωλούς".
Οι άνθρωποι άκουσαν το κήρυγμα αυτό τρέμοντας και κάνονας μεγάλους σταυρούς. Κι ο παπάς έκανε σταυρούς με τις πλάτες γυρισμένες στον κόσμο και χαμογελούσε.
Αλλά συνέβη να περνά ο διάβολος μπροστά από την εκκλησία, την ώρα ακριβώς του γυρίσματος. Επειδή άκουσε τ' όνομά του, στάθηκε και αφουγκράστηκε.
Είδε τους πιστούς να φιλούν το χέρι του παπά και είδε ακόμα πώς εκείνος υποκλινόταν εδώ και εκεί μπροστά στις χρυσές εικόνες και τσέπωνε τα λεφτά των φτωχών ανθρώπων, που τα έδιναν για την εκκλησία. Αυτό φούρκισε το διάβολο και μόλις βγήκε ο παπάς έξω, έτρεξε και τον άρπαξε από τα ράσα.
- Ε! ολοστρόμπουλο πατεράκι, του φωνάζει, ποιος σου δίνει το δικαίωμα να λες ψευτιές; Έλα μαζί μου να δεις την κόλαση και τα μαρτύρια.
Και ο διάβολος άρπαξε τον παπά από το λαιμό, τον σήκωσε στον αέρα και τον έφερε σ' ένα εργοστάσιο, σ' ένα σιδηροχυτήριο.
Ο παπάς είδε εκεί τους εργάτες μέσα σε μια φλόγα να τρέχουν εδώ κι εκεί ή να στρυφογυρίζουν στη θέση τους εκτελώντας τη σκληρή δουλειά τους.
Η βαριά και αποπνικτική ατμόσφαιρα έκανε σε λίγο τον παπά να μην μπορεί ν' ανασάνει και άρχισε να παρακαλά το διάβολο με δάκρυα στα μάτια: Άφησε με να φύγω, άφησέ με!
- Όχι, όχι.. πρέπει να δεις και άλλα μέρη.
Ο διάβολος ξαναγράπωσε τον παπά και τον έφερε σ' ένα μεγάλο χωράφι. Εκεί σκάβανε πολλοί δουλευτάδες κι ένας επιστάτης με μια μαγκούρα στα χέρια τους χτυπούσαν αλύπητα, ώσπου πέφταν αναίσθητοι κατάχαμα. Έπειτα τράβηξε τον παπά μέσα στις τρώγλες, όπου κατοικούσαν εργάτες με τις οικογένειες τους - τρύπες βρωμερές, παγωμένες, καπνισμένες, γεμάτες αράχνες.
Ο διάβολος γελούσε σαρκαστικά. Ο ευσεβής υπηρέτης του Θεού, μόλις μπορούσε να κοιτάξει τα κουρέλια αυτά. Με τα χέρια ψηλά ικέτεψε ξανά το διάβολο: "Άσε με να φύγω"!
Ο διάβολος, όμως, μετέφερε ύστερα τον αιχμάλωτό του σε μια φυλακή, όπου μέσα σε μια δυσωδία αηδιαστική, ανθρώπινοι σκελετοί με δίχως πια δύναμη και χλωμοί σαν πεθαμένοι κείτονταν πάνω στο χώμα...
- Σήκωσε τα μεταξωτά σου καφτάνια και βάλε τους αστραγάλους σου στις αλυσίδες. Ξάπλωσε πάνω στο βρωμερό χώμα και μίλησε ύστερα για την κόλαση.
- Όχι, όχι! φώναξε ο παπάς, είναι αδύνατο να φαντασθώ κάτι τρομερότερο. Είχε βάλει το κεφάλι του κάτω και δεν ήξερε πού να κοιτάξει.
Ο διάβολος γελούσε πονηρά. Και τώρα είπε: πήγαινε και ψάλε το Χριστός Ανέστη με όλη σου την άνεση. Μη βρίζεις άδικα το φουκαρά το διάβολο. Πήγαινε! Και τον άφησε.
Ο παπάς ανασκούμπωσε τα μακριά του ράσα και τά κοψε με τέτοια τρεχάλα, που τα πόδια του χτυπούσαν στα πισινά του. Και ο διάβολος τον κοίταζε που έτρεχε, γελώντας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου