24 Απριλίου 2016

Είδα τη χρωματιστή εκδοχή του "Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα" και έβγαλα την ετυμηγορία μου..


Όταν πρωτοδημοσιεύτηκε η είδηση ότι μια από τις κλασικότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, το έργο "Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα" (σύμφωνα με τη γραφή της εποχής τότε), θα παρουσιαζόταν για πρώτη φορά σε έγχρωμη έκδοση, ενθουσιάστηκα, αφού πρώτα τσέκαρα από διάφορες πηγές ότι η είδηση ήταν πραγματική και όχι κάποια διαφημιστική υπερβολή. Άλλωστε, πάντα είχα την απορία, όποτε έβλεπα μια ασπρόμαυρη ταινία στην τηλεόραση, πώς ήταν πραγματικά τα ρούχα, τα σκηνικά, ακόμα και οι ίδιοι οι ηθοποιοί που ενσαρκώνουν τους ρόλους. Ναι, λοιπόν, που για πρώτη φορά θα λυνόταν μια τέτοια απορία μου. Τα πρώτα τρέιλερ ήταν πολλά υποσχόμενα, όμως υπήρχαν αρκετές φωνές που υποστήριζαν ότι η επέμβαση στο αρχικό φιλμ αποτελούσε ένα είδος "βεβήλωσης" του αυθεντικού έργου, ότι εν πάσει περιπτώσει δεν επιτρέπεται να παρεμβαίνουμε σ' ένα έργο τέχνης (κάθε είδους) ακόμη κι αν έχουμε αυτή τη δυνατότητα. Ποιοι είχαν δίκαιο; Οι υπέρμαχοι της αλλαγής ή οι υπερασπιστές του παλιού;
Η έγχρωμη εκδοχή προβλήθηκε τον περασμένο Μάρτιο στη μεγάλη οθόνη για περιορισμένο αριθμό προβολών και τώρα ήρθε η σειρά της μικρής οθόνης. Έτσι, από το 8 το απόγευμα στήθηκα μπροστά στην τηλεόρασή μου, συντονισμένος με τον ΑΝΤ1 για να σχηματίσω τη δικιά μου άποψη. Σπάνια συμβαίνει να συντονίζομαι με τόση ακρίβεια στον τηλεοπτικό μου δέκτη για να παρακολουθήσω μια από τις χιλιοπροβεβλημένες ελληνικές ταινίες (πόσο μάλλον να συντονιστώ - ελέω διαφημίσεων - αρκετά λεπτά πριν την έναρξη), αλλά υπήρχε η ανυπομονησία, λες και θα παρακολουθούσα μια καινούρια ταινία για πρώτη φορά. Και η ετυμηγορία;

Οι τίτλοι έναρξης δεν μπορώ να πω ότι μ' ενθουσίασαν. Γενικά, η εταιρία Καραγιάννης Καραταζόπουλος, που έχει προχωρήσει σε επανεπεξεργασίες δεκάδων - ή μήπως εκατοντάδων ; - φιλμ του παλιού κινηματογράφου, έχει αυτήν την εμμονή να προσθέτει ψηφιακούς τίτλους σε μια εποχή, όπου η ψηφιακή εποχή ακουγόταν σαν σενάριο μακρινής επιστημονικής φαντασίας. Βέβαια, στο "Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα"  αυτή η επέμβαση είναι πιο συμμαζεμένη σε σχέση με άλλες απόπειρες (π.χ. πρόσφατα έβλεπα μια ταινία με τεράστια γράμματα σε χρώμα φούξια στους τίτλους τέλους! δηλαδή πόσο πιο έλεος!!).

Πάμε στην ουσία τώρα. Μπορώ να κατανοήσω ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το ασπρόμαυρο φιλμ δημιουργεί μια ειδική ατμόσφαιρα, που συναρτάται άμεσα με την πλοκή μιας ταινίας. Όμως αυτές είναι πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις, π.χ. ένα φιλμ νουάρ, μια μίμηση ενός άλλου ασπρόμαυρου φιλμ, ο σκηνοθετικός τονισμός στοιχείων όπως η ανάμνηση, ένα ιστορικό γεγονός ή μια αντίθεση μεταξύ φωτός (= χαράς, αισιοδοξίας) και μαυρίλας ( = πεσιμισμός) κλπ. Αντίθετα, σε μια ταινία κατεξοχήν ηθογραφική, το χρώμα θα έπρεπε να επιβάλλεται, καθώς φέρνει την εικόνα πιο κοντά σε σχέση με το σήμερα.

Κατ' αρχήν, ήταν εξαιρετική η δουλειά, η οποία έγινε από το αμερικανικό στούντιο που ανέλαβε το χρωματισμό του φιλμ. Ειδικότερα, η απεικόνιση των τοπίων της Αθήνας ήταν εντυπωσιακότατη. Δεν ήταν φυσικά η πρώτη φορά που βλέπαμε μια έγχρωμη εικόνα της πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους κατά τη δεκαετία του 60, όμως εδώ η αίσθηση ήταν διαφορετική. Ίσως γιατί ήταν η πρώτη φορά, που βλέπαμε τις έγχρωμες εικόνες της Αθήνας με τον κύριο Κοκοβίκο να διασχίζει τους δρόμους της, να περνά από την πλατεία Ομονοίας και να κοιτάζει την Ακρόπολη από το δωμάτιο του ξενοδοχείου του.

Αν κάτι μου κλώτσησε λιγάκι, αφορούσε τα στημένα σκηνικά των εσωτερικών χώρων. Γενικά, ο ρόλος του σκηνικού είναι διαφορετικός σε μια ταινία έγχρωμη απ' ό,τι σε μια ασπρόμαυρη. Στην πρώτη απαιτείται μια πιο στέρεη δουλειά, ώστε να φανεί ένα σπίτι πιο πειστικό, ενώ στα ασπρόμαυρα φιλμ ο ρόλος του σκηνικού είναι περισσότερο διεκπεραιωτικός. Έτσι, το σπίτι του Αντωνάκη και της Ελένης είχε απλούς κίτρινους τοίχους, στο γραφείο του Αντωνάκη (μετά την προαγωγή) οι τοίχοι ήταν πληκτικά πράσινοι κλπ. Αλλά αυτά ήταν στοιχεία που δεν επηρέαζαν την εικόνα του έργου στην ασπρόμαυρη εκδοχή του. Και σίγουρα είναι ένα αμελητέο ελάττωμα, μια λεπτομέρεια που δεν αλλοιώνει το γενικότερο, έγχρωμο αποτέλεσμα.

Ας αφήσουμε όμως τα χάρτινα ντουβάρια στην άκρη. Η έγχρωμη εκδοχή της ταινίας μας επέτρεψε να δούμε τα αληθινά τα ρούχα των ηθοποιών. Ε, λοιπόν, η αστεφάνωτη Ελενίτσα ήταν μια χαρά ντυμένη και βέβαια ιδιαίτερα κομψό ήταν το κυριακάτικο γαλανόλευκο ταγιέρ. Πιο λαϊκά ήταν τα ρούχα της Μπεμπέκας, ανέλπιστα χαριτωμένα τα φουστανάκια της παραδουλεύτρας Παγώνας, σικάτες οι σύζυγοι των φίλων του Αντωνάκη, σικάτη παρά τον συντηρητισμό της και η στρίγγλα σπιτονοικοκυρά, κ. Παπαμήτρου. Αλλά και οτιδήποτε φυσικό, από τα λουλούδια που στόλιζαν την οικία Κοκοβίκου μέχρι το εσωτερικό της εκκλησίας, όπου η γυνή (Ελένη) έδειξε για πρώτη φορά ότι δεν φοβόταν τον άνδρα (Αντώνη)., αναδεικνύονταν ακόμη περισσότερο.

Παρεμπιπτόντως, ήταν η πρώτη που έβλεπα έγχρωμη την Τασσώ Καββαδία σ' έναν ακόμη στριμμένο ρόλο της (μιας και η ηθοποιός στα τηλεοπτικά σίριαλ της δεκαετίας του 90 υποδυόταν συνήθως κάποια εύστροφη γιαγιά σε οικογενειακές κομεντί, ενώ ουδέποτε είχα δει εμφανίσεις της ως "κακή πεθερά" σε έγχρωμες ταινίες όπως π.χ. η "Αμαρτία της ομορφιάς"). Ενθουσιασμός και γιατί είδα για πρώτη φορά έγχρωμο κι έναν εξαιρετικό δευτερορολίστα πολλών ελληνικών ταινιών, τον Κώστα Δούκα..Και βέβαια, άλλη είναι η χρωματισμένη αίσθηση του περιβόητου ταξιτζή, που προσφέρει στους νεόνυμφους ένα ταξίδι του μέλιτος γύρω από την Ακρόπολη!

Τελικό συμπέρασμα; Ένα μεγάλο συν. Μου άρεσε πολύ. Η ίδια η ταινία έμοιαζε σαν να ήταν ολοκαίνουρια, μια διαφορετική κινηματογραφική εμπειρία - κι ας ήταν γνωστά τα λόγια των ηθοποιών και οι κινήσεις των σωμάτων τους. Δεν θα πετάξω βέβαια στο καλάθι με τα αγύριστα το ασπρόμαυρο φιλμ, που τόσες φορές παρακολουθήσαμε στην τηλεόραση (και πολλοί μεγαλύτεροι από μένα ευτύχησαν να το δουν και στο πανί του κινηματογράφου), αλλά μπορώ να πω ότι θα έβλεπα το ίδιο ευχάριστα και τις δύο εκδοχές, αν και ομολογώ ότι θα ήθελα να νοσταλγήσω λίγο περισσότερο το ασπρόμαυρο, δηλαδή να περάσουν κάποιοι μήνες ή και κανένας χρόνος, αλλά να έχω εν τω μεταξύ ξαναδεί τη χρωματισμένη βερσιόν.

Στο τέλος, πάντως, αναρωτήθηκε. Πώς θα αισθανόταν ένα παιδί, που για πρώτη φορά έβλεπε απόψε τη συγκεκριμένη ταινία. Αν μετά από λίγες μέρες του δείξουμε το ασπρόμαυρο φιλμ του 1965, πιθανόν θα δυσανασχετούσε. Με άλλα λόγια, είναι λάθος να κρίνουμε ισοπεδωτικά το ασπρόμαυρο ως δήθεν... "πιο ρομαντικό" ή πιο πιστό στην ιδέα του σκηνοθέτη (του σπουδαίο Γιώργου Τζαβέλλα, ο οποίος παρεμπιπτόντως σχεδίαζε στην αρχή να γύρισε την ταινία έγχρωμη!). Είναι γενικός κανόνας της ψυχολογίας, ότι ο άνθρωπος εντυπωσιάζεται από την πρώτη οπτική επαφή, την πρώτη εικόνα και μετά δυσκολεύεται το μυαλό του να την απορρίψει, πολύ περισσότερο όταν έχει εθιστεί στην αναπαραγωγή της ίδιας εικόνας με τις ίδιες ακριβώς λεπτομέρειες επί χρόνια ολόκληρα. Σ' αυτό το πλαίσιο είναι κατά κάποιον τρόπο κατανοητές και οι όποιες αρνητικές αντιδράσεις εκφράστηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αλλά ως εκεί.

Αν δεν ήταν ακριβό το όλο εγχείρημα, θεωρώ ότι θα ήταν πολύ ενδιαφέρον αν χρωματίζονταν και άλλες ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες, εφόσον επιτρέπεται αυτή η τεχνική δυνατότητα. Πόσο διαφορετική π.χ. θα μας φαινόταν μια έγχρωμη Γεωργία Βασιλειάδου; Πόσο πιο εντυπωσιακή θα ήταν η στάμνα που έσκαγε στα πόδια υποψήφιων γαμπρών της "Θείας από το Σικάγο", όταν το νερό θα χρωματιζόταν στα ρούχα τους, ή πόσο πιο αισθητή θα ήταν η διαφορά ανάμεσα στο παλιό συντηρητικό και στο σύγχρονο εξαμερικανισμένο διαμέρισμα της οικογένειας του Χαρίλαου (στην ίδια πάντα ταινία); Πώς θα μας φαινόταν ένας χρωματισμένος Βασίλης Λογοθετίδης; Πόσο πιο ουσιαστικός θα ήταν ο τίτλος "Κίτρινα γάντια" σε μια ταινία με χρωματιστό τίτλο, αλλά ασπρόμαυρο περιεχόμενο; Πόσο γοητευτική θα μας φαινόταν η Αλίκη Βουγιουκλάκη οδηγώντας στους δρόμους της Αθήνας ως "Σωφερίνα" ή τρέχοντας στη Φοντάντα ντι Τρέβι της Ρώμης ως "Μοντέρνα Σταχτοπούτα":

Ω, εμένα μου άνοιξε η κινηματογραφική όρεξη και θα ήθελα και άλλα παρόμοια, το ίδιο άρτια εγχειρήματα, χωρίς να βάζω τελείως στο περιθώριο αυτό που έχουμε συνηθίσει τόσα χρόνια να βλέπουμε. Δεν νομίζω ότι πρέπει να τίθεται δίλημμα ανάμεσα στο έγχρωμο και στο ασπρόμαυρο φιλμ. Η συνύπαρξη και η εναλλαγή ανάλογα με την επιλογή του κάθε θεατή αποτελούν την καλύτερη λύση. Π.χ. σήμερα θέλω να δω τη "Σωφερίνα" σε φόντο άσπρου μαύρου, την άλλη εβδομάδα θέλω να δω και τα ξανθά μαλλιά της Βουγιουκλάκη στην ίδια ταινία. Άλλωστε, όπως ανέφερα και πιο πάνω, θα πρόκειται για δύο ολότελα διαφορετικές εμπειρίες για ένα θεατή.



Και για τους λάτρεις του ασπρόμαυρου...:
Οι 21 καλύτερες ασπρόμαυρες ελληνικές κωμωδίες

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου