20 Οκτωβρίου 2016

Η ιστορία πίσω από την "Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ". Πώς ο Άγγελος Τερζάκης έγραψε το πιο γνωστό βιβλίο του τον δύσκολο χειμώνα του 1941

Όταν ήταν μικρός, ήθελε να γίνει ζωγράφος. Μετά ονειρευόταν να γίνει αστρονόμος, όμως δεν είχε αρκετή αγάπη για τα μαθηματικά και εγκατέλειψε κι αυτό του το όνειρο. Ο καθηγητής του των μαθηματικών τον αποκαλούσε "Κούτσουρο πάνω στο κούτσουρο", όμως ο Άγγελος Τερζάκης θα τον διέψευδε κάποια χρόνια αργότερα, όταν θα διέπρεπε ως ένας από τους πιο αναγνωρισμένους Έλληνες λογοτέχνες της γενιάς του. Ένα από τα πιο γνωστά του μυθιστορήματα, αν όχι το πιο γνωστό, είναι η "Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ", εάν από το λίγα ελληνικά μυθιστορήματα που τοποθετούνται χρονικά στη μεσαιωνική εποχή. Πίσω από το σημαντικό αυτό βιβλίο, κρύβεται μια ενδιαφέρουσα ιστορία, όπως τη διηγήθηκε ο ίδιος ο Τερζάκης σε συνέντευξή του το 1949, στην οποία εκμυστηρεύτηκε τι τον ενέπνευσε εξ αρχής να ασχοληθεί με την ιστορία, αλλά και πώς ολοκλήρωσε με μια πνοή το ογκώδες αυτό μυθιστόρημα την περίοδο της μεγάλης πείνας κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Η "Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ" γράφτηκε δύο φορές. Η πρώτη ήταν λίγα χρόνια πριν τον πόλεμο, όταν ο Γιώργος Βλάχος, εκδότης της εφημερίδας Καθημερινή, ζήτησε από τον Τερζάκη να γράψει ένα μυθιστόρημα που θα διαδραματιζόταν την περίοδο της Φραγκοκρατίας (13ος αιώνας), ώστε αυτό να δημοσιευόταν σε συνέχειες στην εφημερίδα, όπως συνηθιζόταν. Ο Τερζάκης είχε δυο μέρες προθεσμία να εμπνευστεί μια ενδιαφέρουσα ιστορία σε μια εποχή τόσο μακρινή και τόσο άγνωστη ιστορικά. 

Τέσσερις γραμμές από το χρονογράφο της εποχής για την Ιζαμπώ των Βιλλαρδουίνων, δημιούργησαν στον Τερζάκη την εικόνα της ηρωίδας του, μια ωραία αρχόντισσα που καβάλα στ' άλογό της πέρασε κάποια χαράματα από την πατρίδα του, το Ναύπλιο του 13ου αιώνα. Μια επίσκεψη στα φράγκικα κάστρα του Μωριά βοήθησε τον συγγραφέα να σχηματοποιήσει την ιστορία μέσα του και άρχισε η δημοσίευση της ιστορίας, η οποία ήταν πολύ μικρότερη σε έκταση και πολύ διαφορετική από το τελικό κείμενο του μυθιστορήματος, όπως θα το επεξεργαζόταν ο Τερζάκης στα χρόνια της Κατοχής και όπως τελικά θα εκδιδόταν για πρώτη φορά από εκδοτικό οίκο το 1945. 

Τρεις μήνες κράτησε η δημοσίευση της πρωτόλειας "Ιζαμπώ" στην πρωινή εφημερίδα και όπως ο ίδιος θα παραδεχόταν, μετά τη διακοπή αισθανόταν ανικανοποίητος μέσα του, ότι δεν είχε δώσει στην ιστορία του την τελειωτική της μορφή. Χρόνια κράτησε αυτό το αίσθημα του ανικανοποίητου, που συνεχίστηκε ακόμη κι όταν ο συγγραφέας θα βρισκόταν στα αλβανικά βουνά πολεμώντας τους Ιταλούς του χειμώνα του 1940.

Έπρεπε να περάσει ακόμη ένας χειμώνας για να πιάσει το χαρτί και το μολύβι, να ξαναρχίσει να γράφει την ιστορία της "Ιζαμπώ", που πλέον είχε σχηματοποιηθεί τέλεια μέσα του. Ήταν ο πιο δύσκολος χειμώνας, εκείνος του '41, όταν ο συνδυασμός της βαρυχειμωνιάς, της πείνας και της γερμανικής μπότας θέριζαν τους κατοίκους της πρωτεύουσας. Εξαίρεση δεν αποτελούσε ο Τερζάκης, ο οποίος εκτόνωνε την πείνα του γράφοντας. Είναι τόσο καθηλωτικά τα λόγια του, στη συνέντευξη αυτή που παραχώρησε σε εφημερίδα της ελληνικής παροικίας της Αλεξάνδρειας, αναθυμούμενος εκείνη την δύσκολη εποχή, ώστε αξίζει τον κόπο να μεταφερθεί η περιγραφή του σε πρώτο πρόσωπο:

"Τον χειμώνα του 41, κείνον τον χειμώνα που πέθαιναν οι άνθρωποι στους δρόμους. Πεινασμένος και κάτω από φοβερές συνθήκες βάλθηκα και τό γραψα. Τό τρεχα μες στο νου μου εφτά ολόκληρα χρόνια κι όταν κάθισα, το τελείωσα σ' εφτά μήνες. Έβαζα τη γυναίκα μου και το γιό μου να κοιμηθούν κι εγώ καθόμουνα με τη λάμπα κι έγραψα όλη τη νύχτα ως τις δυο το πρωί. Μόνο που πεινούσα φοβερά, τόσο, που τα δάκρυα έτρεχαν μόνα τους πάνω στα μάγουλά μου απ' το μαρτύριο του στομαχιού μου τ' αδειανού. Ούτε ψίχουλο δεν υπήρχε σπίτι για να βάλω στο στόμα μου. Απ' τ' απόγεμα, για να κατασιγάσουμε την πείνα μας, είχαμε κιόλας φάει το χυλό από φασόλια που μας έδιναν τότε στο συσσίτιο της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. Κάπου βρήκα στο τέλος λίγο κονιάκ κ όταν αισθανόμουνα λίγο άσχημα, έπινα δυο δακτυλάκια. Ποτέ μου δεν υπήρξα πότης, μ' αυτό με στήλωνε και με ζέσταινε γιατί ξύλιαζα απ' το κρύο".

Όπως ο ίδιος επισήμανε, ζούσε άλλωστε "μες στην ατμόσφαιρα της σκλαβιάς, της εξέγερσης του πεινασμένου λαού, που, καθώς λένε οι ιστορικοί, ήταν περίπου η ίδια και τότε", κάτι που ίσως ασυνείδητα τον βοήθησε ν' αναπλάσει καλύτερα και παραστατικότερα την εποχή εκείνη, οπότε εξελίσσεται η ιστορία του βιβλίου. 

Από την ίδια συνέντευξη ξεχωρίζει και ένα άλλο απόσπασμα, πώς ο Άγγελος Τερζάκης αντιλαμβανόταν έναν "μεγάλο συγγραφέα": 
"Πολλές φορές, έχει πιο αληθοφάνεια το πλαστό παρά το πραγματικό. Οι μεγάλοι συγγραφείς, γιατί στη δική μας εποχή δεν έχουμε πραγματικά μεγάλους, όπως ο Μπαλζάκ, ο Τολστόι, ο Ντίκενς, φαίνεται πως ζούσαν σε μια υπερπραγματικότητα έντονη κι απόλυτη. Θα έχετε ακούσει το ανέκδοτο για τον Μπαλζάκ που κάποιος τού φερε το νέο πως η γυναίκα του πέθανε. "Καλά όλ' αυτά, αλλ' ας γυρίσουμε τώρα στην πραγματικότητα, με ποιον θα παντρέψουμε την Ευγενία Γκραντέ; Στην εποχή μας δεν μπορούμε να ξεχαστούμε. Έτσι, έχομε πολλή συνείδηση κι επίγνωση του εαυτού μας και του γύρω μας κόσμου. Γι' αυτό δεν βγάζουμε και μεγάλα έργα".



Παρόμοιο θέμα:
-- Η Μαρία Ιορδανίδου για το βιβλίο της "Λωξάντρα" (plus Η πρώτη φωτογραφία της αληθινής Λωξάντρας)
-- Η πραγματική ιστορία πίσω από το βιβλίο "Όσα παίρνει ο άνεμος"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου