8 Φεβρουαρίου 2017

Το πρώτο θανατηφόρο τροχαίο (από άμαξα), που καταγράφηκε στον αθηναϊκό τύπο το Φεβρουάριο του 1870. Ο νεκρός ήταν από τα επιφανέστερα πρόσωπα της εποχής

Το πρώτο θανατηφόρο τροχαίο (ή καροδρομικό δυστύχημα κατά τη γλώσσα της εποχής) που απασχόλησε τον αθηναϊκό τύπο, σημειώθηκε μεταξύ 11 το πρωί και 1 το μεσημέρι της 31ης Ιανουαρίου 1870 (π.η. ή 12 Φεβρουαρίου σύμφωνα με το σημερινό, που άλλωστε το ακολουθούσαν ήδη από τότε οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες). Θύμα ήταν ο έφορος της Εθνικής Βιβλιοθήκης Μιχαήλ Γ. Σχινάς, από τα επιφανή πρόσωπα της αθηναϊκής κοινωνίας, ο οποίος κατά το παρελθόν είχε διατελέσει βουλευτής και διπλωμάτης. Γι' αυτό άλλωστε ασχολήθηκαν οι εφημερίδες με το τραγικό περιστατικό εξ αιτίας του οποίου ο Σχινάς έχασε την ζωή του, εστιάζοντας κυρίως στο πρόσωπο του νεκρού και τις ευθύνες για το δυστύχημα.
Το τροχαίο συνέβη στην οδό Σταδίου, κοντά στο τότε το υπουργείο Οικονομικών, όταν "άμαξα μακρά των πυροσβεστών, δρομαίως (= γρήγορα) τρέχουσα, ανέτρεψεν αυτόν, διήλθεν επί του σώματός του, εκτύπησε την κεφαλήν του και τον άφησε νεκρόν", κατά την περιγραφή της εφημερίδας Αιών. Κατ' άλλες περιγραφές, πάντως, επρόκειτο για στρατιωτική άμαξα, που διέσχιζε γρήγορα το δρόμο, ενώ ο θάνατος του Σχινά διαπιστώθηκε λίγο μετά, κατά τη μεταφορά του σε παρακείμενο φαρμακείο.

Όπως αναφέρθηκε, ο λόγος που το συγκεκριμένο θανατηφόρο δυστύχημα έγινε θέμα στις εφημερίδες οφειλόταν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του νεκρού. Ωστόσο, ο Σχινάς δεν ήταν το πρώτο θύμα άμαξας στην Ελλάδα ή έστω στην πόλη της Αθήνας. Μάλιστα, λίγες ώρες προτού ο Σχινάς βρει το θάνατο στο κέντρο της πρωτεύουσας με τον τραγικό αυτό τρόπο, θανατηφόρο τροχαίο είχε σημειωθεί και στη συνοικία της Νεάπολης με θύμα ένα μικρό παιδί. Η μοναδική, απλή αναφορά σ' αυτό το περιστατικό έγινε από την εφημερίδα Αιών στο φύλλο της 02.02.1870 και αυτή παρεμπιπτόντως, με αφορμή το θάνατο του Σχινά και με πρόθεση να επικρίνει την απροσεξία των οδηγών και να φέρει τους αστυνομικούς υπαλλήλους προ των ευθυνών τους.
Να σημειωθεί ότι τότε οι εφημερίδες κυκλοφορούσαν δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα, ώστε η καταγραφή της είδησης του δυστυχήματος έγινε - ανάλογα με την εφημερίδα - στις 2 και 3 Φεβρουαρίου.

ΤΙ ΕΓΡΑΨΑΝ ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

Ο Αιών σχολίαζε:
"Το τραγικόν τέλος του μακαρίτου Σχινά, δεύτερον εν τη ημέρα του Σαββάτου, διότι την πρωίαν της αυτής ημέρας ιδιωτική άμαξα εφόνευσεν εν τη συνοικία της Νεαπόλεως παιδίον, μας υποχρεοί να επιστήσωμεν την προσοχήν των αστυνομικών υπαλλήλων εις την εφαρμοφήν της διατάξεως, περί των τας οδούς διερχομένων αμαξών. Αντί να κινώνται αύται μετά προσοχής και βραδυτέρω βήματι, τρέχουσιν, ως εις ανοικτόν πεδίον. Ιδίως δε το ατάκτημα τούτο πράττουσιν αρκετά συχνά αι του δημοσίου άμαξαι, ων οι ίπποι, καλώς τρεφόμενοι και μη εργαζόμενοι πολύ, δυσκολώτερον χαλινούνται".
Όπως παρατηρούσε η εφημερίδα, τα περισσότερα δυστυχήματα, πολλά των οποίων θανατηφόρα, προκαλούνταν από τις δημόσιες άμαξες και ζητούσε από τους αστυνομικούς "αυστηρότερη" επιτήρηση και "παραδειγματική" τιμωρία των αμαξηλατών, που παραβίαζαν το νόμο

Στο ίδιο κλίμα κινούνταν όλες οι εφημερίδες της εποχής, που επίσης ασχολήθηκαν με το θάνατο του Σχινά (αλλά όχι και με του παιδιού στη Νεάπολη).
Ο Πρωινός Κήρυξ ζητούσε από τους αστυνομικούς να εφαρμόζουν κανονικά το νόμο "αδιαφορούντες εάν ο πταίσας ήναι υιός υπουργού, στρατηγού, βουλευτού ή άλλου τρανού της ημέρας. Ενόσω η αστυνομική και η δικαστική αρχή και το φρουραρχείον δεν κλείσωσι τα ώτα εις τους ανωτέρω λεγομένους μεγάλους ως προς την εκπλήρωσιν των καθηκόντων είναι αδύνατον να απαλλαχθώμεν των καθ' εκάστην σχεδόν συμβαινόντων τοιούτων δυστυχημάτων".
Μάλιστα, η ίδια εφημερίδα αναρωτιόταν: "Τι ωφελούν αι καθεκάστην δημοσιευόμεναι διά τυμπανοκρουσίας αστυνομικαί διατάξεις και αι οδηγίαι του φρουραρχείου όταν αύται δεν εκτελώνται υπό των οργάνων των; Δεν είναι αίσχος ενώ και αυτή η βάρβαρος Τουρκία ηδυνήθη να θέση εις εφαρμογήν τας αστυνομικάς αυτής διατάξεις [...] και απόδειξις ότι σήμερον εν Κωνσταντινουπόλει ούτε υιός πασά, ή μεγιστάνου, και αυτοί εισέτι οι των πρέσβεων αμαξηλάται δεν δύνανται να παραβώσι την αστυνομικήν ταύτην διάταξιν, ημείς δε να μη θέλωμεν προς το συμφέρον ημών των ιδίων να συμμορφωθώμεν με την τάξιν";

Η Μέριμνα, αφού παρατηρούσε ότι "των πυροσβεστών αι άμαξαι κατ' επανάληψιν επήνεγκον παρόμοια δυστυχήματα", εκτιμούσε ότι ευθύνη δεν έφεραν οι οδηγοί, αλλά η αρμόδια στρατιωτική αρχή, η οποία "καίτοι ειδοποιηθείσα, δεν εφρόντισε ν' αντικαταστήση τους χαλινούς, οίτινες είναι ασθενείς και ακατάλληλοι να χαλιναγωγώσι ζώα βαρέα και ισχυρά, οία είναι τα εις την υπηρεσίαν των αμαξών των πυροσβεστών".

"Οι ένοχοι ελπίζομεν να συνελήφθησαν" έγραφε και η Αυγή, που ζητούσε από τη στρατιωτική δικαιοσύνη να εφαρμόσει κατ' αυτών "όλην του νόμου την αυστηρότητα και διότι ως στρατιωτικοί ώφειλον να ώσι προσεκτικώτεροι και τακτικώτεροι, και διότι το πράγμα συνέβη εν πλήρει μεσημβρία [...] και [για να] μετριασθή η ασύγνωστος (= αδικαιολόγητη) των οδηγών αδιαφορία και περιορισθώσι τα πολλαπλασιαζόμενα οσημέραι δυστυχήματα".

Αν αυτή η ευχή έγινε πραγματικότητα ή παρέμεινε ευχή, δεν το γνωρίζουμε. Οι εφημερίδες δεν ασχολήθηκαν περισσότερο με το θέμα, σε μια εποχή, κατά την οποία την επικαιρότητα μονοπωλούσαν οι πολιτικές ειδήσεις (άντε και οι ληστρικές επιθέσεις συμμοριών στην ύπαιθρο). Κάποιες εφημερίδες μόνο ασχολήθηκαν με τον διάδοχο του Σχινά στην Εθνική Βιβλιοθήκη, τον Κ. Κόμνο, για τον οποίο οι περισσότερες δεν είχαν και τις καλύτερες διαθέσεις, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΣΧΙΝΑΣ

Ο Μιχαήλ Σχινάς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1792. Μετά την Επανάσταση του 1821 έγινε γραμματέας της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Έχοντας κλίση στα γράμματα και όχι στα όπλα, μετέβη στο Παρίσι για να τελειοποιήσει τις σπουδές του. Εκεί έγινε γνωστός στους κύκλους των Γάλλων φιλελλήνων, έγραψε στα γαλλικά τη γραμματική της καθομιλουμένης γλώσσας, ενώ μετά την έλευση του Καποδίστρια στάλθηκε πίσω στην Ελλάδα ως γραμματέας Επιστημονικής Επιτροπής της γαλλικής κυβέρνησης.
Το 1833, ο Σχινάς στάλθηκε ως επιτετραμμένος της Ελλάδας στο Λονδίνο, όμως δεν έγινε δεκτός από την αγγλική κυβέρνηση κι έτσι μετακινήθηκε στο Μόναχο. Με άρθρα του στο περιοδικό Θεατής, στράφηκε εναντίον του ορισμού του αυτοκεφάλου της ελληνικής εκκλησίας κατά τη διάρκεια της Αντιβασιλείας Αργότερα, διετέλεσε υπουργός Εκκλησιαστικών και Παιδείας στην κυβέρνηση Ανδρέα Μεταξά, που ορίστηκε μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Χρημάτισε μέλος της Εθνοσυνέλευσης που αναδείχτηκε για την κατάρτιση του πρώτου ελληνικού Συντάγματος, διετέλεσε βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου το 1844, γενικός πρόξενος στο Βουκουρέστι μέχρι την έναρξη του Κριμαϊκού πολέμου, πληρεξούσιος της Εθνοσυνέλευσης του 1862 και Έφορος στην Εθνική Βιβλιοθήκη από το 1868 μέχρι το θάνατό του.
Από το 1856 και για μια πενταετία ασχολήθηκε με τη σύνταξη ελληνογαλλικού λεξικού, συχνά αρθρογραφούσε στην εφημερίδα Αιών, ενώ μεγάλη θεωρείται η συνεισφορά του στα γράμματα με τη μετάφραση των επιστολών του Καποδίστρια στα ελληνικά. Συμπτωματικά, δυο χρόνια πριν το θανατηφόρο δυστύχημα με τη στρατιωτική(/πυροσβεστική) άμαξα, ο Σχινάς είχε τραυματιστεί σοβαρά στο ίδιο σημείο, όταν χτυπήθηκε από διερχόμενο άλογο, με αποτέλεσμα να παραμείνει κλινήρης για ένα δίμηνο.
Δεν απέκτησε ατομική περιουσία, αλλά τα έβγαζε πέρα μόνο με το μισθό του. Μάλιστα, οι εφημερίδες καλούσαν την κυβέρνηση να προνοήσει για την προστασία της χήρας του Σχινά, η οποία βρισκόταν σε έσχατη φτώχεια, όπως άλλωστε τόνισε και ο πρύτανις του Εθνικού Πανεπιστημίου, Παύλος Καλλιγάς, εκφωνώντας τον επιτάφιο λόγο στην κηδεία του Μιχαήλ Σχινά την επομένη του τραγικού δυστυχήματος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου