4 Δεκεμβρίου 2018

Captain Costentenus: Ο άνθρωπος με τα τατουάζ του "The Greatest Showman" που ίσως ήταν ο Δημήτρης Τζαβέλλας, γιός αγωνιστή της ελληνικής επανάστασης! Μέρος πρώτο: Η καριέρα ως "τέρας της φύσης" σε Ευρώπη και Αμερική


Το μιούζικαλ «The Greatest Showman» με πρωταγωνιστή τον Χιού Τζάκμαν αφηγείται την ιστορία του διασκεδαστή επιχειρηματία Φινέας Μπάρνουμ, ο οποίος στα τέλη του 19ου αιώνα δημιούργησε ένα θίασο από ανθρώπους με ιδιαιτερότητες στην εξωτερική τους εμφάνιση, ένα είδος «τσίρκου» της εποχής που έκανε τον Μπάρνουμ βαθύπλουτο, ενώ παράλληλα χάρισε δημοσιότητα και χρήματα στις ανθρώπινες ατραξιόν του. Ανάδειξη της διαφορετικότητας και εξοικείωση των ανθρώπων με αυτή ή απλά άγρια οικονομική εκμετάλλευση στα όρια του ανθρώπινου εξευτελισμού; Το μιούζικαλ δεν δίνει απαντήσεις ούτε είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε το πνεύμα των ανθρώπων μιας πολύ μακρινής εποχής, όταν οι διαφορετικοί άνθρωποι αντιμετωπίζονταν ως «φρικιά» και «τέρατα της φύσης» με όλο το δέος που μπορεί να κρύβεται πίσω από έναν τόσο βαθιά υποτιμητικό χαρακτηρισμό.

Από την ταινία δεν θα μπορούσε να λείπει ένας από τους στυλοβάτες του θιάσου του Μπάρνουμ επί πολλά χρόνια (από τα μέσα της δεκαετίας του 1870 μέχρι τα τέλη του 1880), ο «άνθρωπος με τα τατουάζ», ο ελληνικής καταγωγής «καπετάν Κωνστεντένους» (ως «captain Constentenus» ή «captain George Constentenus» - με ή χωρίς το n - αναφερόταν σε αφίσες και δημοσιεύματα της εποχής). Η ζωή του είναι μυστηριώδης, όσο και συναρπαστική: οι μυστηριώδεις περιπέτειές του στην Άπω Ανατολή και οι αδιευκρίνιστες συνθήκες υπό τις οποίες γέμισε όλο του το σώμα – κυριολεκτικά από την κορυφή μέχρι τα νύχια – με τατουάζ, η περίοδος της δόξας πρώτα στην Ευρώπη και αργότερα στην Αμερική περιοδεύοντας με το θίασο του Μπάρνουμ (ώστε στις 23 Οκτωβρίου 1881 οι New York Times έγραψαν ότι «αν υπήρχε άνθρωπος στη χώρα που να μην τον έχει δει, θα έπρεπε να ζει σε απομονωμένη περιοχή», ενώ δημοσιεύματα για το άτομό του βρέθηκαν ακόμα και σε εφημερίδες της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας), αλλά και μια αναπάντεχη αποκάλυψη μετά τον ερχομό του στην Ελλάδα το 1892.

Για τα πρώτα χρόνια της ζωής του καπετάν Κωστεντένους γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα και αυτά προέρχονται από δημοσιεύματα ξένων εφημερίδων, αλλά και ιατρικών επιθεωρήσεων που έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την περίπτωση του «ανθρώπου με τα τατουάζ». Πόσο ακριβή όμως θα μπορούσαν να είναι τα δημοσιεύματα εκείνα, που περισσότερο έπλεκαν το μύθο γύρω από το πρόσωπο του καπετάν Κωστεντένους τροφοδοτώντας το – ούτως ή άλλως – ζωηρό ενδιαφέρον του κοινού, παρά τον ξεδιέλυναν;

Στις διηγήσεις του εμφανιζόταν ως Έλληνας ναύτης ή στρατιώτης, γεννημένος στην οθωμανική επαρχία της Αλβανίας, χωρίς να διευκρινίζεται ακριβώς από ποια περιοχή, καταγόμενος από πλούσια ελληνική οικογένεια. Στο σχετικό άρθρο της Wikipedia αναφέρεται ότι ο καπετάν Τζορτζ Κωνστεντένους γεννήθηκε στις 17 Απριλίου 1833, ωστόσο δεν αναφέρεται πουθενά η πηγή αυτής της πληροφορίας, που δεν μπορεί να διασταυρωθεί. Ένα άρθρο του Billboard του 1931 έγραφε ότι γεννήθηκε το 1832, αλλά ούτε αυτή η πηγή – και μάλιστα τόσα χρόνια μετά την απόσυρσή του από το προσκήνιο – μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη.

Η παλιότερη αναφορά σε αυτόν, όπως εντοπίστηκε στα πλαίσια της παρούσας έρευνας, χρονολογείται στις 13 Ιανουαρίου 1872. Η αυστριακή ιατρική επιθεώρηση Wiener Medizinische Wechenschrift φιλοξένησε ένα εκτενέστατο αφιέρωμα στον 43χρονο George Constantin, ο οποίος «εγκαταστάθηκε στη Βιέννη τους τελευταίους μήνες» και «ενθουσίασε ποικιλοτρόπως και κυρίως τους ιατρικούς κύκλους με το μεγάλο αριθμό και την καλλιτεχνική τελειότητα των τατουάζ στο δέρμα του». Το δημοσίευμα περιέγραφε συνοπτικά πώς μαζί με έντεκα ακόμη άτομα πήραν μέρος σε μια εξέγερση στην περιοχή της Κίνας, πώς από αυτούς οι εννιά σκοτώθηκαν, ενώ οι υπόλοιποι τρεις καταδικάστηκαν σε αιώνιο σημάδεμα με τατουάζ. Από αυτούς τους τρεις ο ένας σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια των τατουάζ, ο δεύτερος έμεινε τυφλός στο Χονγκ Κονγκ, ενώ ο Κωστεντένους ήταν ο μόνος που κατάφερε να βγει σώος, να διασχίσει το Σουέζ και να φτάσει στην Ελλάδα (σύμφωνα με το δημοσίευμα της αυστριακής ιατρικής επιθεώρησης).

Από άλλα δημοσιεύματα τα επόμενα χρόνια γίνεται γνωστό ότι η εξέγερση αυτή εκδηλώθηκε το 1867 στο χανάτο Κάσγκαρ από Κινέζους Τατάρους, οι οποίοι ήταν δυσαρεστημένοι με τον αυταρχικό κυβερνήτη τους, η δε τιμωρία του τατουάζ επιβλήθηκε στους αλλοδαπούς αιχμαλώτους, επειδή θεωρήθηκε ότι ήταν χειρότερη κι από το θάνατο, ενώ παράλληλα θ’ αποτελούσε προειδοποίηση για τους υπόλοιπους ξένους, τι θα μπορούσαν να πάθουν, αν τολμούσαν να εισέλθουν στην περιοχή των Τατάρων.  

Από τα 388 τατουάζ που είχε στο σώμα του, τα 50 βρίσκονταν στο στέρνο μέχρι την ζώνη, 51 στο αριστερό χέρι, 50 στο δεξί, 37 στην πλάτη μέχρι την ζώνη, 8 στο λαιμό, 52 στην κοιλιακή και την πυελική χώρα, 1 στο πέος, 137 στα κάτω άκρα και 2 στο μέτωπο. Απεικόνιζαν άγρια ζώα, πουλιά, ψάρια, ερπετά και ιερογλυφικά. Τα τατουάζ είχαν μπλε και κόκκινο χρώμα, ώστε ήταν «αδύνατο να ξεχωρίσει ποιο ήταν το φυσικό χρώμα του δέρματός του, εκτός από τα αυτιά και τις πατούσες των ποδιών του, τα μοναδικά σημεία που δεν καλύφτηκαν με τατουάζ». Μάλιστα, παρότι φορούσε ένα πολύ στενό παντελόνι, «φαινόταν εντελώς γυμνός και ότι το παντελόνι ήταν μια ψευδαίσθηση», κατά την περιγραφή αμερικανικής εφημερίδας το φθινόπωρο του 1876.

Κατά την επίσημη διήγηση, τρεις μήνες χρειάστηκαν για να γεμίσει το σώμα του με τατουάζ. Έξι άνδρες τον κρατούσαν, ενώ ένας έβδομος τον ζωγράφιζε. Κατ’ άλλες εκτιμήσεις, ωστόσο, όλα αυτά τα τατουάζ δεν θα μπορούσαν να γίνουν σε λιγότερο από ένα με δύο χρόνια. Υπολογίστηκε ότι χρειάστηκαν τουλάχιστον 7 εκατομμύρια χτυπήματα για το σχεδιασμό τους!

πηγή: The San Fransisco Call, 11.12.1898
Είναι αδιευκρίνιστες οι συνθήκες υπό τις οποίες κέρδισε τελικά την ελευθερία του, αν δηλαδή ελευθερώθηκε μόνος του, με τη βοήθεια κάποιων Τατάρων ή με εντολή του κυβερνήτη. Σύμφωνα με μια αφήγηση, στο Κάσγκαρ ο Κωνστεντένους πουλήθηκε σ’ έναν έμπορο σκλάβων, ο οποίος τον μετέφερε στην Περσία. Εκεί, στο παζάρι τον αγόρασε ένας Αμερικανός, ο οποίος του χάρισε την ελευθερία.

Σε δημοσίευμα αμερικανικής εφημερίδας το φθινόπωρο του 1876, το οποίο ανακάλυψα χάρη στην αναπαραγωγή του από αυστραλέζικη εφημερίδα, εν όψει της πρώτης εμφάνιση του καπετάν Κωνστεντένους στο Πρόβιντενς του Ρόουντ Άιλαντ, όπου θα πληρωνόταν 100 δολάρια την ημέρα, εμφανιζόταν με ύψος 178 εκατοστών, ίσια γυαλιστερά και κατάμαυρα μαλλιά και μια «εξαιρετική εξωτερική εμφάνιση».

Ωστόσο, το παλιότερο εντοπισμένο δημοσίευμα σε αμερικανική εφημερίδα χρονολογείται στις 29 Ιουνίου 1876, όταν η εφημερίδα της Νότιας Καρολίνας Port Royal Standard and Commercial φιλοξενούσε στην πρώτη της σελίδα εκτενές αφιέρωμα στον Τζορτζ Κωνστεντένους, έναν «απόγονο αριστοκρατικής ελληνικής οικογένειας από την επαρχία της Αλβανίας», «τυχοδιώκτη στρατιώτη» όπως «οι περισσότεροι Αλβανοί», τον οποίο παρομοίαζε με «θαύμα του τατουάζ». Μιλούσε ιταλικά, αραβικά τούρκικα και περσικά, ενώ γνώριζε λίγες λέξεις στα γαλλικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά. Παρότι ήταν καλοκαίρι, εκείνος φορούσε βαριά ρούχα, ίσως επειδή ήθελε να κρύψε τα τατουάζ του. Συγκεκριμένα, ήταν βυθισμένος σ’ ένα χοντρό παλτό με γούνα, ένας σκούφος κάλυπτε το μέτωπό του, στα χέρια του φορούσε χοντρά γάντια, ενώ «η πυκνή γενειάδα του μόνο εν μέρει έκρυβε τα τατουάζ από το δαρμένο από τις καιρικές συνθήκες πρόσωπό του».

Η επιτυχία του Κωνστεντένους ήταν τόσο μεγάλη, ώστε στις 9 Δεκεμβρίου 1876, στο τέλος της τελευταίας παράσταση του θιάσου Μπάρνουμ για τη σεζόν, ο Φινέας Μπάρνουμ του χάρισε ένα χρυσό μετάλλιο διαμέτρου δύο ιντσών από τα καταστήματα Τίφανις. Στη μία πλευρά του μεταλλίου υπήρχε μια μικρογραφία του με τα τατουάζ, ενώ στην άλλη μεριά έγραφε: «Χαρισμένο από τον Φ. Τ. Μπάρνουμ στον καπετάν Τζορτζ Κοστεντένους, σε αναγνώριση της έντιμης συμπεριφοράς και ευγενικής στάσης του στη διάρκεια μιας επιτυχημένης συνεργασίας δύο ετών».


Γράφτηκε ότι όσο βρισκόταν στις μεγάλες του δόξες, η αξία του Κωστεντένους αποτιμήθηκε σε 5000 δολάρια! (The Evening Post, 5 Απριλίου 1902). Δημοσιεύματα υποστήριζαν ότι ο Κωστεντένους είχε επενδύσει τα περισσότερα χρήματά του σε διαμάντια, πολλά δαχτυλίδια, τα οποία φορούσε συνέχεια, ενώ είχε και μια καρφίτσα στήθους με πολύτιμα πετράδια. Ο ίδιος ανησυχούσε μήπως έπεφτε θύμα κλοπής και μάλιστα το Δεκέμβριο του 1879 συνέβη το εξής περιστατικό. Ένα βράδυ, μια από τις γυναίκες του θιάσου άκουσε τρεις άνδρες, που είχαν άγριες φάτσες, να σχολιάζουν τα διαμάντια του καπετάν Κωστεντένους. Έσπευσε να τον ενημερώσει σχετικά κι εκείνος θυμωμένος, χωρίς να τους ζητήσει καν το λόγο, τους επιτέθηκε τρέποντάς τους σε άτακτη φυγή.

Αργότερα κατήγγειλε το γεγονός – «με τα χειρότερα αγγλικά που ακούστηκαν ποτέ σ’ αυτήν τη χώρα» κατά το σχόλιο εφημερίδας – στο αστυνομικό τμήμα της οδού Ουάσιγκτον στο Μπρούκλιν και του παραχωρήθηκε προσωπική φρουρά από αστυνομικούς ντυμένους με πολιτικά. Μάλιστα, ο Κωστεντένους έδωσε συνέντευξη και σ’ έναν ρεπόρτερ της εφημερίδας New York Star, ο οποίος όμως πολύ λίγα κατάφερε να συγκρατήσει, αφού ήταν δύσκολο να συνεννοηθεί μαζί του. Στο ρεπορτάζ του μετέφερε ένα μικρό απόσπασμα, αποκαλυπτικό της κακής σχέσης του Κωστεντένους με την αγγλική γλώσσα κι ας είχε συμπληρώσει περίπου τριάμισι χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες: «Yessir, they was bada men in this city, anthey stela my dimondays. I knocka onea man so he noa gettee up. Dats so. Biga fata woman over there tella me alla bout it. I makea some mana dead some time they try to steala me from my dimondays»!

Ένα άλλο περιστατικό βίας, όμως με τον Κωστεντένους θύμα αυτήν τη φορά, περιέγραφαν οι New York Times στις 31 Μαρτίου 1878. Καθώς ένα απόγευμα αυτός πήγε να μπει στο σαλούν ενός ξενοδοχείου του Μπρόντγουεϊ, έσπρωξε κατά λάθος έναν άνδρα, ο οποίος στεκόταν κοντά στην είσοδο μ’ ένα φίλο του. Ο ένας εξ αυτών γέλασε κοροϊδευτικά και ο άλλος γρονθοκόπησε τον Κωστεντένους, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε σε έντονο ύφος για να δεχτεί ακόμη μία γροθιά και να σωριαστεί ανήμπορος στο πάτωμα για ένα τέταρτο. Και με αφορμή αυτό το συμβάν η εφημερίδα περιέγραψε τα «πολύ ωραία διαμαντένια δαχτυλίδια και άλλα κοσμήματα» που φορούσε ο Κωστεντένους, «η συνολική αξία των οποίων ήταν περίπου 3000 δολάρια», ώστε αυτός συνήθιζε να κυκλοφορεί ένοπλος «για να προστατευθεί από ανθρώπους, που ίσως επιχειρήσουν να τον ληστέψουν».



Όταν βρέθηκε στη Φιλαδέλφεια, αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης από μια ιατρική ομάδα με επικεφαλής το δρ. Όλιβερ Γουέντελ Χόλμς. Στο επίσημο ιατρικό πιστοποιητικό αναγραφόταν ότι ήταν «το τελειότερο δείγμα τατουάζ που είχε δει ποτέ άνθρωπος». Η εντύπωση που προκαλούσε στα πλήθη ήταν τόσο μεγάλη, ώστε μετά από την πρώτη επίσκεψή του στη Φιλαδέλφεια στα πλαίσια της περιοδείας του θιάσου του Μπάρνουμ, όταν ακόμη ο Κωστεντένους βρισκόταν σε εξαιρετική φυσική κατάσταση, πολλοί νεαροί Κουακέροι της περιοχής θέλησαν να τον μιμηθούν κάνοντας τατουάζ στα χέρια τους επί αρκετές εβδομάδες μετά την αναχώρησή του.

Πηγή της παραπάνω πληροφορίας είναι ένα δημοσίευμα της εφημερίδας Evening Star με ημερομηνία 29 Οκτωβρίου 1881, στο οποίο ο καπετάν Κωστεντένους περιγραφόταν ως «κατσούφης» και «πολύ επιφυλακτικός» (μάλιστα ο συντάκτης έγραφε σε κάποιο σημείο ότι ο Κωστεντένους «έμοιαζε σαν να ετοιμαζόταν να παρευρεθεί στην ίδια του την κηδεία»), μιλούσε απαίσια αγγλικά «παρότι βρισκόταν στην Αμερική πριν γεννηθούμε ορισμένοι από εμάς», ενώ «άρχισε να δείχνει τα σημάδια της ηλικίας του και η μεγαλοπρέπεια της εμφάνισής του εξαφανίστηκε», το δε χρώμα των τατουάζ του «ατονούσε σαν παλιό τούρκικο χαλί». Τριγυρνούσε στους δρόμους του Μπρούκλιν ντυμένος πάντα με ζεστά ρούχα, μια εντυπωσιακή κάπα από αστραχάν, και κρύβοντας το πρόσωπό του για να κρύψει τα τατουάζ.

Όταν έφυγε από το θίασο του Μπάρνουμ και χάθηκαν τα ίχνη του, αναπτύχθηκε μια παραφιλολογία. Για παράδειγμα, στην εφημερίδα The Spirit of Jefferson της Δυτικής Βιρτζίνια γράφτηκε το Φεβρουάριο του 1886 ότι ο καπετάν Κωνστεντένους έκανε τεράστια περιουσία και βγήκε στη σύνταξη επιστρέφοντας στην Ελλάδα, όπου ζούσε τυφλός. Ήταν μια απόλυτα φανταστική πληροφορία, η οποία ποιος ξέρει πώς ξεφύτρωσε στο κεφάλι του συντάκτη της. Όπως δεν γνωρίζουμε αν ήταν αληθινή η φανταστική η πληροφορία ότι έγινε μέλος του Μασονικού τάγματος (πηγή: The Holley Standard, 13 Αυγούστου 1882).

Σύμφωνα ωστόσο με άλλο δημοσίευμα, κάπου στα τέλη του 1883 ο Κωστεντένους βρισκόταν στο Λονδίνο, όπου τον χτύπησε κάποια άμαξα. Για δεκατρείς εβδομάδες νοσηλευόταν στο νοσοκομείο του Αγίου Θωμά σε κρίσιμη κατάσταση, ώστε έκανε τη διαθήκη του. Κατά το δημοσίευμα, με τη διαθήκη αυτή άφηνε το ένα δεύτερο της περιουσίας του, που υπολογιζόταν σε οκτώ χιλιάδες λίρες, στην Ελληνική Εκκλησία του Λονδίνου, ενώ το υπόλοιπο ποσό το άφηνε για τη συντήρηση «είκοσι φρικιών, ο αυξημένος αριθμός των οποίων τους εμπόδιζε να κερδίσουν χρήματα για να ζήσουν», κατά την έκφραση του δημοσιογράφου. Βέβαια ο Κωστεντένους δεν πέθανε στο Λονδίνο, αλλά – κατά το αμφίβολης αξιοπιστίας δημοσίευμα – δεν προτίθετο να άλλαζε τη διαθήκη του. (The Evening Telegram, 20.03.1885)

Υπήρχε πάντως και η – επίσης ανεπιβεβαίωτη – φήμη ότι είχε πουλήσει το δέρμα του, ώστε μετά το θάνατό του να γινόταν έκθεμα σε μουσείο της Νέας Υόρκης ή του Λονδίνου, έναντι μίας λίρας την ημέρα για όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Κατά τα φαινόμενα, αποκύημα τρελής φαντασίας ήταν και η παρακάτω  ακραία ιστορία που υποτίθεται ότι έλαβε χώρα λίγους μήνες πριν την εμφάνισή του στην Αμερική και η οποία αλιεύτηκε από εφημερίδα της Αυστραλίας τον Ιανουάριο του 1907. Σύμφωνα μ’ αυτήν, ο Κωστεντένους ήταν πειρατής και ερωτεύτηκε την κόρη του κυβερνήτη του πλοίου του. Είχε όμως έναν αντίζηλο, ώστε ο πατέρας της κοπέλας υποτίθεται ότι εφάρμοσε ένα πολύ επικίνδυνο σχέδιο, για να επιλέξει εκείνον που θα έκανε γαμπρό του. Αφού πρώτα έβαλε φωτιά σ’ ένα βαρέλι με θειάφι, ζήτησε από τους δύο αντίζηλους να κατέβουν στην αποθήκη του πλοίου και να παραμείνουν εκεί για δέκα λεπτά. Όταν πέρασε ο χρόνος, εκείνοι ανέβηκαν στο κατάστρωμα με τον  παντοδύναμο Κωστεντένους να σηκώνει στους ώμους του τον ανταγωνιστή του, παρότι έτρεχε αίμα από τα μάτια, τ’ αφτιά και τη μύτη του. Ο γάμος με την κοπέλα τελικά δεν έγινε, επειδή εκείνη αρρώστησε και πέθανε μέσα σε λίγες εβδομάδες, ο δε Κωστεντένους, που κατάλαβε ότι ο αντίζηλός του σχεδίαζε να τον σκοτώσει και να καταλάβει το πλοίο, το έσκασε και κάπως έτσι βρέθηκε στην Αμερική.

Κι ένα ποίημα στα αγγλικά, εμπνευσμένο από τον κάπτεν Κωστεντένους:


Η φαντασία κάλπαζε και οι θρύλοι έδιναν κι έπαιρναν για τον μυστηριώδη αυτόν άνδρα με τα τατουάζ, όμοιο του οποίου δεν είχε ξαναδεί η ανθρωπότητα, ώστε από ένα σημείο και μετά αδυνατούμε να ξεχωρίσουμε τι ήταν αλήθεια και τι ψέματα απ’ όσα γράφηκαν για εκείνον! Και φτάνουμε στο έτος 1892, όταν ο κάπτεν Κωστεντένους έφτασε στην Ελλάδα, όπου ήταν ήδη γνωστός μέσω των δημοσιευμάτων του ξένου τύπου όσο και από Έλληνες που έτυχε να τον δουν από κοντά σε κάποια δημόσια εμφάνισή του στο εξωτερικό. Εδώ, στην Ελλάδα έγινε και μια αποκάλυψη άνευ προηγουμένου για την ταυτότητα του κάπτεν Κωστεντένους, τον οποίο ωστόσο οι συμπατριώτες μας αποκαλούσαν καπετάν-Γιώργη, παραπέμποντας σε ευφάνταστο μυθιστόρημα ή σε σενάριο σαπουνόπερας. Όμως η συνέχεια στο δεύτερο μέρος, που ακολουθεί...
Διαβάστε το εδώ: Captain Costentenus: Ο άνθρωπος με τα τατουάζ του "The Greatest Showman" που ίσως ήταν ο Δημήτρης Τζαβέλλας, γιός αγωνιστή της ελληνικής επανάστασης! Μέρος δεύτερο: Η αναγνώριση και οι αμφιβολίες. Είναι όντως ο Τζαβέλλας;



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου