25 Δεκεμβρίου 2012

Η αυθεντική ιστορία της "Κοκκινοσκουφίτσας" των αδελφών Γκριμ.


Ένα από τα πιο γνωστά κι αγαπημένα παραμύθια είναι η "Κοκκινοσκουφίτσα". Το συγκεκριμένο παραμύθι έχει ρίζες στη γαλλική παράδοση και φαίνεται ότι γράφτηκε για πρώτη φορά από τον Γάλλο παραμυθά Σαρλ Περό το 17ο αιώνα, ενώ περιλαμβάνεται στο βιβλίο "Histoires et contes du temps passé, avec des moralités. Contes de ma mère l'Oye" ("Ιστορίες και διηγήσεις του παρελθόντος με ηθική. Ιστορίες της μαμάς-Χήνας"), που κυκλοφόρησε το 1697 και συγγραφέας ήταν ο Περό.
Εκείνη η εκδοχή του παραμυθιού απέχει πολύ της σημερινής, καθώς στο τέλος δεν "έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα", όπως συμβαίνει στα περισσότερα παραμύθια, αλλά κέρδισε ο λύκος, ενώ η ιστορία ήταν γεμάτη από σεξουαλικά υπονοούμενα. Η ιστορία της Κοκκινοσκουφίτσας, σχεδόν όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, αναπλάστηκε από τους αδερφούς Γκριμ και περιλαμβάνεται στην πρώτη τους συλλογή παραμυθιών, που κυκλοφόρησε το 1812. 
Μέχρι σήμερα, το μόνο που έχει αλλάξει από την εκδοχή των αδελφών Γκριμ είναι η δεύτερη περιπέτεια της Κοκκινοσκουφίτσας και της γιαγιάς, όταν χρειάστηκε ν' αντιμετωπίσουν έναν δεύτερο λύκο ολομόναχες, χωρίς τη βοήθεια κάποιου περαστικού κυνηγού. Για να θυμηθούμε πώς περιέγραφαν τις περιπέτειες της Κοκκινοσκουφίτσας οι δύο Γερμανοί παραμυθάδες.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αξιαγάπητο κοριτσάκι, που το αγαπούσαν όλοι όσοι το φρόντιζαν, αλλά κυρίως η γιαγιά του, για την οποία δεν υπήρχε τίποτα που δεν θα έδινε στο παιδί. Κάποτε της χάρισε μια μικρή κάπα από κόκκινο βελούδο, που της ταίριαζε τόσο καλά, ώστε δεν φορούσε τίποτε άλλο. Έτσι, όλοι την αποκαλούσαν Κοκκινοσκουφίτσα. 
Μια μέρα, η μητέρα της της είπε: "Έλα, Κοκκινοσκουφίτσα, πάρε ένα κομμάτι κέικ κι ένα μπουκάλι κρασί. Πήγαινε τα στη γιαγιά σου, που είναι άρρωστη και αδύναμη και θα της κάνουν καλό. Ξεκίνα πριν αρχίσει η ζέστη και καθώς πηγαίνεις περπάτα καλά και ήσυχα και μην τρέχεις στο μονοπάτι, αλλιώς θα πέσεις και θα σπάσεις το μπουκάλι και τότε η γιαγιά σου δεν θα έχει τίποτα. Και όταν θα μπεις στο δωμάτιο της, μην ξεχάσεις να πεις καλημέρα και μην κρυφοκοιτάζεις τις γωνίες, προτού το κάνεις αυτό".
"Θα προσέξω πολύ", είπε η μικρή Κοκκινοσκουφίτσα στη μαμά της και της έδωσε το χέρι της. 
Η γιαγιά ζούσε μακριά στο δάσος, μισή λεύγα (σ.τ.μ.: περίπου 1.5 μίλι) μακριά από το χωριό, και καθώς η Κοκκινοσκουφίτσα έμπαινε στο δάσος, τη συνάντησε ένας λύκος. Η Κοκκινοσκουφίτσα δεν γνώριζε τι πανούργο πλάσμα ήταν και δεν τον φοβόταν καθόλου. 
"Καλημέρα, Κοκκινοσκουφίτσα", είπε εκείνος.
"Σ' ευχαριστώ, ευγενικέ λύκε".
"Για πού το 'βαλες τόσο νωρίς;"
"Στη γιαγιά μου"
"Τι έχεις στο καλαθάκι σου;"
"Κέικ και κρασί. Χθες ήταν ημέρα ψησίματος κι έτσι η καημένη, άρρωστη γιαγιά θα έχει κάτι καλό, που θα την κάνει πιο δυνατή".
"Πού ζει η γιαγιά σου, Κοκκινοσκουφίτσα;"
"Ένα τέταρτο της λεύγας πιο μέσα στο δάσος. Το σπίτι της βρίσκεται κάτω από τρεις μεγάλες καστανιές. Οι καρυδιές βρίσκονται ακριβώς πιο κάτω. Σίγουρα, πρέπει να το ξέρεις", απάντησε η Κοκκινοσκουφίτσα.
Ο λύκος σκέφτηκε από μέσα του, "Τι ευγενικό πλασματάκι. Τι καλή και στρουμπουλή μπουκιά, θα είναι νοστιμότερη από τη γριά γυναίκα. Πρέπει να ενεργήσω έξυπνα, ώστε να τις πιάσω και τις δύο". Έτσι, περπάτησε λίγη ώρα δίπλα στην Κοκκινοσκουφίτσα και τότε είπε: "Κοίτα, Κοκκινοσκουφίτσα, τι ωραία λουλούδια έχει εδώ. Γιατί δε κοιτάς γύρω σου; Πιστεύω ότι δεν ακούς πόσο γλυκά κελαηδούν τα πουλιά. Περπατάς ασταμάτητα, σαν να πηγαίνεις στο σχολείο, όταν όλα τ' άλλα εδώ στο δάσος είναι χαρούμενα".
Η Κοκκινοσκουφίτσα σήκωσε τα μάτια της και όταν είδε τις ηλιαχτίδες να χορεύουν εδώ κι εκεί ανάμεσα στα δέντρα και όμορφα λουλούδια να έχουν φυτρώσει παντού, σκέφτηκε: "Λέω να πάρω ένα μπουκέτο για τη γιαγιά. Θα την ευχαριστούσε. Είναι τόσο νωρίς ακόμα, ώστε και πάλι θα είμαι στην ώρα μου". Κι έτσι, έτρεξε από το μονοπάτι μέσα στο δάσος ψάχνοντας για λουλούδια. Και κάθε φορά που μάζευε ένα, φανταζόταν ότι έβλεπε ένα ακόμη πιο ωραίο παραπέρα κι έτρεχε προς το μέρος του κι έτσι έμπαινε ολοένα και πιο βαθιά στο δάσος.
Εν τω μεταξύ, ο λύκος έτρεξε κατευθείαν στο σπίτι της γιαγιάς και χτύπησε την πόρτα.
"Ποιος είναι;"
"Η μικρή Κοκκινοσκουφίτσα", απάντησε ο λύκος. "Φέρνω κέικ και κρασί. Άνοιξε την πόρτα".
"Τράβηξε το σύρτη", φώναξε η γιαγιά. "Είμαι πολύ αδύναμη και δεν μπορώ να σηκωθώ".
Ο λύκος τράβηξε το σύρτη, η πόρτα άνοιξε διάπλατα, και χωρίς να πει μια λέξη πήγε κατευθείαν στο κρεβάτι της γιαγιάς και την κατάπιε. Έπειτα φόρεσε τα ρούχα της, έβαλε την κάπα της, ξάπλωσε στο κρεβάτι και τράβηξε τις κουρτίνες.
Ωστόσο, η Κοκκινοσκουφίτσα μάζευε λουλούδια και όταν είχε μαζέψει τόσα πολλά που δεν μπορούσε να τα κουβαλήσει, θυμήθηκε τη γιαγιά της και πήρε το δρόμο για το σπίτι της.
Παραξενεύτηκε που βρήκε την πόρτα της αγροικίας ορθάνοιχτη και όταν μπήκε στο δωμάτιο είχε ένα τόσο περίεργο προαίσθημα, που είπε στον εαυτό της: "Ω, πόσο άβολα νιώθω σήμερα, ενώ άλλες φορές μου αρέσει τόσο πολύ να είμαι με τη γιαγιά". Φώναξε "καλημέρα", όμως δεν πήρε απάντηση. Έτσι, πήγε στο κρεβάτι και τράβηξε τις κουρτίνες. Εκεί ξάπλωνε η γιαγιά με την κάπα να της καλύπτει το πρόσωπο και έμοιαζε πολύ περίεργη.
 "Ω, γιαγιά", είπε, "τι μεγάλα αυτιά που έχεις".
"Για να σ' ακούω καλύτερα, παιδί μου", ήταν η απάντηση.
"Όμως, γιαγιά, τι μεγάλα μάτια που έχεις", είπε.
"Για να σε βλέπω καλύτερα, αγαπητή μου".
"Όμως, γιαγιά, τι μεγάλα χέρια που έχεις".
"Για να σ΄αγκαλιάζω καλύτερα".
"Όμως, γιαγιά, τι τρομακτικό, μεγάλο στόμα που έχεις".
"Για να σε φάω καλύτερα".
Και μόλις ο λύκος είπε αυτό, μ' ένα πήδημα πετάχτηκε από το κρεβάτι και κατάπιε την Κοκκινοσκουφίτσα.
Όταν ο λύκος χόρτασε την όρεξη του, ξάπλωσε και πάλι στο κρεβάτι, κοιμήθηκε και άρχισε να ροχαλίζει πολύ δυνατά. Ο κυνηγούς περνούσε έξω από το σπίτι και σκέφτηκε "Τι δυνατά που ροχαλίζει αυτή η γριά γυναίκα. Πρέπει να δω αν χρειάζεται τίποτα".
Έτσι, μπήκε στο δωμάτιο της κι όταν έφτασε στο κρεβάτι, είδε το λύκο να ξαπλώνει. "Ώστε εδώ σε βρίσκω παλιο-αμαρτωλέ", είπε. "Σε ψάχνω πολύ καιρό". Τότε, ενώ ετοιμαζόταν να τον πυροβολήσει, σκέφτηκε ότι μπορεί ο λύκος να κατάπιε τη γιαγιά κι ότι εκείνη μπορούσε ακόμη να σωθεί. Έτσι, δεν πυροβόλησε, αλλά πήρε ένα ψαλίδι κι άρχισε να ανοίγει την κοιλιά του λύκου, που κοιμόταν. Όταν έκανε δύο ψαλιδιές, ξεπρόβαλε η Κοκκινοσκουφίτσα, και τότε έκανε άλλες δύο και το κορίτσι πετάχτηκε έξω φωνάζοντας, "Ω, πόσο φοβήθηκα. Πόσο σκοτεινά ήταν μέσα στο λύκο". Και μετά απ' αυτό, βγήκε έξω και η γιαγιά, επίσης ζωντανή, όμως δυσκολευόταν ν' αναπνεύσει. Η Κοκκινοσκουφίτσα, ωστόσο, έφερε γρήγορα μεγάλες πέτρες, με τις οποίες γέμισαν την κοιλιά του λύκου, και όταν εκείνος ξύπνησε, ήθελε να τρέξει, όμως οι πέτρες ήταν τόσο βαριές, που εκείνος λιποθύμησε και πέθανε.
Τότε, όλοι ήταν χαρούμενοι. Ο κυνηγός έγδαρε το δέρμα του λύκου και γύρισε μ' αυτό στο σπίτι του. Η γιαγιά ήπιε το κρασί και έφαγε το κέικ που είχε φέρει η Κοκκινοσκουφίτσα και ανέκτησε τις δυνάμεις της, όμως η Κοκκινοσκουφίτσα σκέφτηκε μέσα της: "Όσο ζω, ποτέ δε θα φύγω από το δρόμο μου για να τρέξω μέσα στο δάσος, όταν θα μου το έχει απαγορέψει η μητέρα μου".
Λέγεται επίσης ότι μια άλλη φορά που η Κοκκινοσκουφίτσα πήγαινε και πάλι κέικ στη γιαγιά της, της μίλησε ένας άλλος λύκος, ο οποίος προσπάθησε κι αυτός να τη βγάλει από το δρόμο της. Η Κοκκινοσκουφίτσα, ωστόσο, ήταν προσεκτική και πήγε κατευθείαν στον προορισμό της και είπε στη γιαγιά της ότι συνάντησε το λύκο κι ότι της είπε καλημέρα, όμως μ' ένα τόσο πανούργο βλέμμα στα μάτια του, ώστε αν δεν βρίσκονταν στον δημόσιο δρόμο, σίγουρα θα την είχε φάει. "Λοιπόν", είπε η γιαγιά, "θα κλείσουμε την πόρτα, ώστε να μην μπορεί να μπει μέσα". Λίγη ώρα μετά, ο λύκος χτύπησε  και φώναξε: "Άνοιξε την πόρτα, γιαγιά, είμαι η Κοκκινοσκουφίτσα και σου φέρνω λίγο κέικ". Όμως εκείνες δεν μίλησαν, ούτε άνοιξαν την πόρτα. Έτσι, ο γκρίζος λύκος έφερε δυο-τρεις γύρους το σπίτι και τελικά πήδηξε στη στέγη σκοπεύοντας να περιμένει μέχρι η Κοκκινοσκουφίτσα να έρθει το βράδυ και τότε να ξεγλιστρήσει και να τη φάει μέσα στο σκοτάδι. Όμως, η γιαγιά κατάλαβε τι σκεφτόταν. Μπροστά από το σπίτι υπήρχε μια μεγάλη πέτρινη γούρνα κι έτσι είπε στο παιδί: "Πάρε τον κουβά, Κοκκινοσκουφίτσα. Χθες ετοίμασα λίγα λουκάνικα και μετέφερε το νερό στο οποίο τα έβρασα μέχρι τη γούρνα". Η Κοκκινοσκουφίτσα το μετέφερε, μέχρι που η μεγάλη γούρνα γέμισε. Τότε, η μυρωδιά από τα λουκάνικα έφτασε στο λύκο, εκείνος μύρισε και κοίταξε προς τα κάτω και τελικά τέντωσε το λαιμό του τόσο πολύ, που δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος κι άρχισε να γλιστράει, και γλίστρησε από τη στέγη κατευθείαν στη μεγάλη γούρνα και πνίγηκε. Όμως η Κοκκινοσκουφίτσα επέστρεψε χαρούμενη στο σπίτι και ποτέ κανείς δεν έκανε κάτι για να τη βλάψει.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου