20 Απριλίου 2013

Σπάνιες φωτογραφίες και αναλυτικές πληροφορίες για 5 χαμένες ελληνικές ταινίες του 1930.

Όταν σήμερα αναφερόμαστε στην εποχή που ο ελληνικός κινηματογράφος αποτελούσε μια μικρή, εγχώρια βιομηχανία, το μυαλό μας πάει στη δεκαετία του '60 (μέχρι τα μέσα του '70), όταν ο αριθμός των ταινιών που γυρίζονταν και προβάλλονταν κάθε χρόνο προσέγγιζε ή και ξεπερνούσε τις 100. Απ' ό,τι φαίνεται, όμως, μια πρώτη περίοδος άνθησης του ελληνικού κινηματογράφου - τηρουμένων βεβαίως και των αναλογιών -  υπήρχε γύρω στο 1930 με πρωτοπόρο την "Νταγκ Φιλμ" των αδελφών Γαζιάδου, "που υπήρξεν η βασική δημιουργός της νεαράς ελληνικής κινηματογραφίας", όπως παρατηρούσε η εφημερίδα "Έθνος" στις 29.03.1930, βοηθώντας να δημιουργηθούν σιγά σιγά και "διάφορες άλλες ποικιλώνυμες "Φιλμ" που κατασκευάζουν διαρκώς και παρουσιάζουν ελληνικές ταινίες". Στο ίδιο δημοσίευμα διαβάζουμε αναλυτικότατες πληροφορίες και βλέπουμε φωτογραφίες από τα γυρίσματα πέντε ταινιών, που ήταν έτοιμες να βγουν στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Το Λαγιαρνί


Υπόθεση: Ο Μάνθος, ο γεροτσέλιγκας, έχει κόρη την πεντάμορφη Μάρω, το καμάρι του χωριού. Ο γέρο-Μάνθος ονειρεύεται για την κορούλα του πλούτη αμέτρητα και για γαμπρό του φαντάζεται το πιο πλούσιο παλικάρι του χωριού. Η Μάρω, όμως, έχει μια αγνή και άδολη αγάπη για τον Λαμπρινό, τον φτωχό μα πανέμορφο μπιστικό του πατέρα της. Ο Λαμπρινός αγαπάει κι αυτός τη Μάρω κι όταν το αθώο ειδύλλιο αποκαλύπτεται, ζητάει από τ' αφεντικό του το χέρι της. Ο γέρο-τσέλιγκας, όμως, έξω φρενών για τη ματαίωση των σχεδίων και των ονείρων του, αρνείται και απαγορεύει κάθε επαφή στους δυο ερωτευμένους. Αρχίζει τότε μεταξύ τους μια αόρατη επικοινωνία με τη φλογέρα που παίζει ο Λαμπρινός στη στάνη και την ακούει η Μάρω, που είναι κλεισμένη στο σπίτι. 
Κάποια στιγμή, έρχεται το μεγάλο πανηγύρι του χωριού. Η Μάρω δεν πηγαίνει, καθώς είναι λυπημένη και συντετριμμένη, ενώ κι ο τσοπάνος είναι στη στάνη. Ξαφνικά, όμως, κατεβαίνουν εκεί ληστές. Ο πιστός μπιστικός ανθίσταται και ο λήσταρχος θαυμάζοντας την παλικαριά του διατάζει να μην τον θανατώσουν αμέσως. Παρατηρώντας τον, βλέπει τη φλογέρα που είχε ο Λαμπρινός στο σελάχι του. Ο βοσκός τον παρακαλεί να παίξει το στερνό τραγούδι του. Και η φλογέρα του παίζοντας το περίφημο "Έβγα Μάρω απ' το χορό..." αντηχεί λυπητερά, τραγικά, σπαρακτικά. Η Μάρω τον ακούει απ' το σπίτι, πετάγεται έντρομη, καταλαβαίνει ότι κάτι το έκτακτο συμβαίνει στη στάνη. Οι ληστές, άλλωστε, κατέβαιναν συχνά στο χωριό. Τρέχει στο πανηγύρι και ενώ οι ληστές ετοιμάζονται να θανατώσουν τον Λαμπρινό, φθάνουν ένοπλοι οι άνθρωποι του γέρο Μάνθου κι έτσι σώζεται ο μπιστικός και η περιουσία του αρχιτσέλιγκα. Αυτός πια δεν μπορεί ν' αρνηθεί στους δυο ερωτευμένους την ευχή του κι έτσι, η Μάρω και ο Λαμπρινός ενώνονται για πάντα.



Ήταν μια παραγωγή της εταιρίας "Ελλάς Φιλμ" του Λούμου με "καθαρά ελληνική υπόθεση", δηλαδή ένα βουκολικό ειδύλλιο με φουστανέλες, στάνες, ελληνικό χωριό, ελληνικά έθιμα, ελληνική ζωή και ελληνικό χρώμα (Έθνος, 29.03.1930).
Στο ρόλο της Μάρως ήταν η ηθοποιός Ρίτα Αλέκου Μυράτ, τον Λαμπρινό και τον λήσταρχο υποδύονταν οι αδελφοί Βλαχόπουλοι, ενώ στο ρόλο του αρχιτσέλιγκα ο Α. Μαρίκος. Σκηνοθέτης ήταν ο Ι. Λιούμος.
Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 31 Μαρτίου 1930 στον κινηματογράφο Σπλέντιντ, ενώ στις 3 Απριλίου, ο συντάκτης του Έθνους χαρακτήριζε το "Λαγιαρνί" ως την "καλλιτέρα ελληνική ταινία της εφετινής περιόδου" κάνοντας μάλιστα λόγο και κοσμοσυρροή θεατών. Ιδιαίτερους επαίνους επιφύλαξε για τον σκηνοθέτη, αλλά και για του ηθοποιούς Μαρίκο και Ρίτα Μυράτ, για τους οποίους έγραφε ότι "μπορεί κανείς να πη ότι είνε οι καλλίτεροι από τους Έλληνας ηθοποιούς, οι οποίοι ενεφανίσθησαν μέχρι σήμερον επί της οθόνης". Θετικά ήταν τα σχόλια και για την υπόθεση του έργου, που ήταν "παρμένη μέσα από την ελληνική ζωή... ζωνταντεύοντας το παληό δημοτικό τραγούδι".


Για την αγάπη της


Υπόθεση: Πρόκειται για μια ερωτική ιστορία, συνδυασμένη με τα γεγονότα του (πρώτου παγκοσμίου) πολέμου. Εκτυλίσσεται σ' ένα μακεδονικό χωριό, το έτος 1917. Δυο φίλοι και συγχωριανοί, ο Νικόλας (κ. Μινωτή) και ο Πέτρος (κ. Αποστολίδης) αγαπούν την ίδια νέα, τη Χρύσα (Φωτεινή Λούη). Η Χρύσα ανταποκρίνεται στον έρωτα του Πέτρου, που είναι και ο φτωχότερος. Ο Νικόλας, μολονότι βλέπει ότι η νέα δεν του δείχνει ιδιαίτερη συμπάθεια, στέλνει στο σπίτι της μηνύματα με τον Κόλλια (κ. Μαμία), που μεσιτεύει για να δεχθεί η κόρη να γίνει γυναίκα του. Εκείνη αποκρούει την πρόταση και αρραβωνιάζεται με τον Πέτρο, που δεν ξέρει το αίσθημα του Νικόλα. Πάνω, όμως, στο γλέντι των αρραβώνων έρχεται μια φοβερή είδηση. Κηρύχθηκε πόλεμος και διατάχθηκε γενική επιστράτευση! Οι δύο αντίζηλοι, φυσικά, ανήκουν σ' εκείνους που καλεί στα όπλα το σάλπισμα της πατρίδας. Ο Νικόλας κάνει μια τελευταία απόπειρα να μεταπείσει τη Χρύσα και όταν εκείνη αποκρούει πάλι τα πλούτη του, αυτός της επιτίθεται και φεύγοντας της φωνάζει ότι εάν δεν γίνει δική του, δεν θ' αφήσει ν' ανήκει και σε κανέναν άλλο. Στο μέτωπο οι δυο φίλοι συνδέονται στενότερα. Ο Νικόλας κατακρατεί τα γράμματα της Χρύσας και υποδαυλίζει την ζηλοτυπία του Πέτρου. Κάποια μέρα αφήνει να του πέσει κι ένα πλαστό γράμμα, που αναγγέλλει ότι δήθεν η μνηστή του Πέτρου ξελογιάστηκε και ακολούθησε έναν ξένο, που παραθερίζει στο χωριό. Ο Πέτρος, έξαλλος, λιποτακτεί για να εκδικηθεί. Τρέχει στο χωριό και το σπίτι της Χρύσας το βρίσκει έρημο. Πηγαίνει τότε στο πατρικό του. Η μητέρα του (κ Ραυτοπούλου) τα χάνει μόλις τον βλέπει και ο πατέρας του (κ. Γληνός), που τον ανακαλύπτει, τον διώχνει απ' το σπίτι του, αφού είναι ένας άτιμος φυγάς. Συγχρόνως, όμως, ο Πέτρος πληροφορείται ότι όσα έμαθε ήταν αισχρή συκοφαντία και ότι η αγαπημένη του, τίμια και ηθική, μένει μαζί με τους γονείς της. Γυρίζει στο μέτωπο. Φθάνει ακριβώς την ώρα που γίνεται η μεγάλη επίθεση. Ρίχνεται στη μάχη και πλησιάζει το Νικόλα, όταν ξαφνικά αυτόν τον βρίσκει μια εχθρική σφαίρα. Ο Πέτρος δεν του κρατά κακία και σπεύδει να τον περιποιηθεί και να τον βοηθήσει. Εκείνος πεθαίνοντας του εξομολογείται ότι όσα του είπε ήταν ψέματα και όσα έκανε, τα έκανε "για την αγάπη της". Διότι την αγαπούσε κι αυτός πολύ. Σε λίγο ο πόλεμος τελειώνει και ο ήλιος της ειρήνης στεφανώνει στο χωριό την αδιατάρακτη πια ευτυχία του Πέτρου και της Χρύσας.

Εταιρία παραγωγής ήταν η "Εθνική Φιλμ". Συμμετείχαν κυρίως ηθοποιοί της "Ελευθέρας Σκηνής", αλλά και πολλά στρατιωτικά τμήματα που διέθεσε το Γενικό Επιτελείο για την επιτυχία της ταινίας.
Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 31 Μαρτίου 1930 στο θέατρο Κοτοπούλη. Την επόμενη μέρα, διαβάζουμε την ίδια - κατά γράμμα! - κριτική (ή μήπως πληρωμένη δημοσίευση;) σε δύο εφημερίδες, το "Έθνος" και την "Ακρόπολη", η οποία εξυμνούσε τη "θαυμάσια υπόθεση του έργου, το αριστοτεχνικό παίξιμο των ηθοποιών της Ελευθέρας Σκηνής", αλλά και τον "απολύτως επιτυχή συντονισμό της μουσικής του φιλμ", χάρη στο μαέστρο κ. Κοφίνο, καθώς και "το ωραιότατο τραγούδι επί στίχων του Μυράτ, τραγουδηθέν από την δίδα Ν. Πλούτη".


Τα Γαλάζια Κεριά

Μια παραγωγή της εταιρίας "Νίλο" (Νικολόπουλος και Λόντος), βασισμένη στο μυθιστόρημα "Το αγκάθι" του Σπύρου Ποταμιάνου.
Σενάριο-Σκηνοθεσία: Μ. Κουνελάκης
Οπερατέρ: Εμμ. Τζανετής
Πρωταγωνιστούν: Ρίτα Μυράτ, Παρασκευάς Οικονόμου, ο κωμικός κ. Ιωαννίδης, ο κ. Μαρίκος, ο κ. Σβορώνος, η Σαπφώ Αλκαίου,η Αθανασία Μουστάκα, η Μερόπη Ροζάν, η Γ. Λούη κ.ά.

Υπόθεση: Δύο νέοι, η Δώρα και ο Τώνης, που γυρίζουν από τα ξένα σ' ένα ελληνικό νησί, αγαπιούνται και πρόκειται να παντρευτούν. Τα "γαλάζια κεριά" ενός πολυέλαιου, περιμένουν να τ' ανάψει η επιστάτρια (Σαπφώ Αλκαίου) του παλιού σπιτιού της Δώρας την ημέρα των γάμων της, όταν αιφνιδίως εμφανίζεται ένα μεγάλο και φοβερό εμπόδιο, που παρά λίγο να ματαιώσει το άναμμα τους...
Όταν η Δώρα, που δεν έχει μητέρα, πηγαίνει να πάρει από τον παπά του παλιού νησιωτικού μοναστηριού το πιστοποιητικό της γέννησης της, μαθαίνει ένα φοβερό μυστικό για το γάμο της: Η μητέρα της είχε κάνει με τον πατέρα του Τώνη, που επίσης είχε πεθάνει, ένα αγόρι. Άρα ο αγαπημένος της είναι... αδελφός της! Ο γάμος δεν μπορεί συνεπώς να γίνει. Συντετριμμένη η Δώρα μένει στο μοναστήρι. Ενώ όμως την σφίγγει η απελπισία, ανακαλύπτει στα χέρια κάποια καλόγριας μια φωτογραφία του Τώνη. Την πιέζει, την ικετεύει, την παρακαλεί και εκείνη στο τέλος της εκμυστηρεύεται ότι ο αγαπημένος της είναι ο γιος της. Αυτή ήταν παραμάνα στον πατέρα του Τώνη και ανέτρεφε μαζί το γιο του υποτιθέμενου πατέρα του και το  δικό της παιδί. Μια μέρα, όμως, ένα δυστύχημα στέρησε την ζωή στο γιο του κυρίου της. Εκείνη, μπροστά στο φρικιαστικό ατύχημα, βλέποντας ότι δεν θα μπορούσε να μεγαλώσει το παιδί της, γυρίζοντας στο σπίτι είπε ότι το νεκρό βρέφος - μικρά και τα δυο, δεν ξεχώριζαν εύκολα - ήταν το παιδί της κι έτσι ο Τώνης, το ζωντανό, δικό της βρέφος, έγινε παιδί του κυρίου της. Η Δώρα, τρελή απ' τη χαρά της, μετά την αποκάλυψη αυτή ότι ο Τώνης δεν ήταν πια αδελφός της, έτρεξε στην αγκαλιά του αγαπημένου της. Κατ' αυτόν δεν τον τρόπο σε λίγο τα "γαλάζια κεριά" άναψαν....


Η πρεμιέρα της ταινίας έγινε στις 20 Απριλίου 1930 (Κυριακή του Πάσχα) στον κινηματογράφο Σπλέντιτ. Τέσσερις μέρες νωρίτερα, η εφημερίδα Εμπρός χαρακτήριζε την υπόθεση του έργο "πολύ ενδιαφέρουσα και πολύ κινηματογραφική. Το κυριώτερον δε άνευ φουστανέλλας και φλογέρας, των οποίων έχει γίνει κατάχρησις εις τα ελληνικά φιλμ".
Ωστόσο, η κριτική του Έθνους μετά την ειδική πρεμιέρα των "Γαλάζιων Κεριών" για τους δημοσιογράφους ήταν μέτρια. Αν και αναγνώριζε ότι "η νέα ελληνική ταινία παρουσιάζει μίαν βελτίωσιν εις την εγχώριον κινηματογραφικήν παραγωγήν και ξεφεύγει από τις φουστανέλλες και την ζωή του χωριού" και ότι "βασίζεται εις επίδειξιν των αρχαιοτήτων μας, κομματιών των συγχρόνων Αθηνών και ωραίων τοπίων", θεωρούσε ότι αυτή ακριβώς η επίδειξη στερούσε στην αρχή το έργο από την απαραίτητη δράση, "εκτός του ότι οι σκηνές σχεδόν όλες τραινάρουν και έχουν ανάγκην περικοπής". Εξάλλου, έκρινε ως "ανεπιτυχή" τα εσωτερικά γυρίσματα, αλλά "καλή" τη φωτογραφία και ενδιαφέρουσες τις ερμηνείες των ηθοποιών, "ώστε δύναται κανείς να ειπή ότι παρά τας ατελείας του είνε ίσως μία από τις δύο-τρεις υποφερτές ελληνικές ταινίες που έχουν γίνη και δι' αυτό το ελληνικόν κοινόν πρέπει απαραιτήτως να την ιδή και να ενισχύση την προσπάθειαν εκείνων που την "εγύρισαν"".


Ο παλιάτσος της ζωής

Βασίζεται σ' ένα μεγάλο, πολύπλοκο και γεμάτο κωμικοτραγικές περιπέτειες σενάριο του γνωστού σεναρίστα κ. Ορέστη Λιάσκου, ενώ παρουσιάζει τον "Έλληνα Σαρλώ", Κίμωνα Σπαθόπουλο. Όπως έγραφε το "Έθνος" (29.03.1930), η "Ακροπόλ Φιλμ" γύρισε την ταινία μόνο και μόνο για να παρουσιάσει καλύτερα στο ελληνικό κοινό τον ηθοποιό, που μιμούνταν καταπληκτικά τον Τσάρλι Τσάπλιν. Σύμφωνα με το σενάριο, ο Σπαθόπουλος υποδυόταν έναν Έλληνα αλήτη, που γυρίζει λαθραία από την Αμερική. Μέσα στο υπερωκεάνιο γνωρίζεται με την Ισμήνη, έναν αισθηματικό, μελαγχολικό τύπο γυναίκας, που δεν τη συγκινεί ο Ντιντής, ο ηλίθιος αρραβωνιαστικός της. Η Ισμήνη πληρώνει το εισιτήριο του Σαρλώ, τον συμπονά και αρχίζει να τον συμπαθεί. Όταν φθάνουν στην Ελλάδα, ο Σαρλώ παθαίνει χίλιες δυο κωμικοτραγικές περιπέτειες, καταλήγει να γίνει ψευτοληστής που συλλαμβάνει την Ισμήνη και τον Ντιντή, συλλαμβάνεται κατόπιν κι αυτός, όταν τον κατέδωσε ο μνηστήρας της Ισμήνης, η οποία τον εγκαταλείπει. Ο Σαρλώ καταδικάζεται σε θάνατο, ενώ το κορίτσι μαραίνεται από τη λύπη, όμως την τελευταία στιγμή σώζεται, καθώς του χορηγείται  χάρη. Όταν δε μετά τις μυθιστορηματικές περιπέτειες του είναι πια ελεύθερος και τρέχει προς την ευτυχία του, πηγαίνει στο σπίτι της Ισμήνης κι εκεί μαθαίνει ότι η αγαπημένη του έσβησε για πάντα από τη φθίση και τον καημό της. Κι αυτός, πονεμένος αιώνιος παλιάτσος της ζωής, ξαναπαίρνει τον ατελείωτο και παντοτινό δρόμο της αλητείας, που του έχει γράψει η Μοίρα.
Στο ρόλο της Ισμήνης εμφανιζόταν η Μπέλλα Μηχανιώτου, ενώ συμμετείχαν και οι ηθοποιοί Ευάγγελος Δαμάσκος και Νίκος Μεταξάς. Τα γυρίσματα της ταινίας πραγματοποιήθηκαν στην Αράχωβα, στο Κορύκειο της Άνδρου, στην Ελευσίνα και στην Αθήνα.
Όσον αφορά την αποδοχή της ταινίας; Διαβάζουμε στην εφημερίδα "Μακεδονία" στις 07.05.1930: "Πολύς κόσμος τρέχει να ιδή την ταινίαν του έλληνος Σαρλώ, η οποία θα μπορούσε να είναι πολύ καλή, αν τα μηχανικά μέσα της εταιρείας ήσαν αρτιώτερα και αν κατεβάλλετο ιδιαιτέρα προσοχή εις το γύρισμα της. Επίσης, μπορούσε η υπόθεσις να είναι πλέον ενδιαφέρουσα".



Απάχηδες των Αθηνών

Ήταν μια παραγωγή της "Νταγκ Φιλμ" των αδελφών Γαζιάδου, η οποία διαφημιζόταν ως "η πρώτη ηχητική και άδουσα ελληνική ταινία". Επειδή, όμως, τα τεχνικά μέσα δεν επέτρεπαν να γυριστεί μια ομιλούσα ταινία όπως οι ξένες, η μουσική και οι ομιλίες είχαν προηγουμένως ληφθεί σε φωνογραφικούς δίσκους και θα συγχρονίζονταν με το φιλμ την ώρα της προβολής του.
Η ταινία βασιζόταν στην ομώνυμη οπερέτα των Νίκου Χατζηαποστόλου (μουσική) και Γιάννη Πρινέα (λιμπρέτα), όμως η μεταφορά της στη μεγάλη οθόνη θα γινόταν ως ένα "εξευγενισμένο λαϊκό ρομάντσο, χωρίς τίποτε το μόρτικο, αλλά μ' απεικόνιση της ελληνικής λαϊκής ψυχής, της καλής ψυχής του Ρωμιού, που ενώ του προσφέρεται η αγάπη μιας πλούσιας, την αποκρούει για την αγάπη του φτωχού κοριτσιού που του έχει αφοσιωθεί", σύμφωνα με τον σκηνοθέτη της ταινίας, Δημήτρη Γαζιάδη. Επίσης, θα υπήρχαν τρία πρωτότυπα τραγούδια, που δεν περιλαμβάνονταν στην οπερέτα (Έθνος, 29.05.1930).
Τους δύο βασικούς ήρωες, τον Καρκαλέτσο και τον Καρούμπα, τους υποδύονταν οι ηθοποιοί Πέτρος Κυριακός και Πρινέας, ενώ στο ρόλο του "πρίγκιπα" εμφανίστηκε ο τενόρος Επιτροπάκης και στο ρόλο της Τιτίκας εμφανιζόταν η Μαίρη Σαγιάνου. Επίσης, στους υπόλοιπου ρόλους, πολλοί εκ των οποίων δεν υπάρχουν στην οπερέτα, συμμετείχαν οι ηθοποιοί Α. Χρυσομάλλης, Πομόνης, Περδίκης κ.ά.
Η πρεμιέρα της ταινίας έγινε στις 28 Απριλίου 1930 στο "Αττικόν". Την επόμενη μέρα της πρεμιέρας διαβάζουμε στο Έθνος ότι "γενικώς η εντύπωσις εκ της ταινίας είνε καλή, ιδιαιτέρως δ' επιτυχής είνε η φωτογραφία της", όμως ως προς το πολυδιαφημισμένο ηχητικό σκέλος "δεν λέει εξαιρετικά πράγματα". Θετική ήταν η κριτική για τις ερμηνείες των ηθοποιών, όμως ο συντάκτης έγινε έξω φρενών από "μερικές σκηνές μάγκικες πετροπολέμου.. που γίνονται εις αυτήν την πλατείαν του Θησείου - και που δίδουν την εντύπωσιν ότι η Αθήνα είνε πόλις όπου οι αλήτες κάνουν ομηρικές συμπλοκές ανενόχλητοι και οι νοικοκυραίοι κλείνουν τα παράθυρα των σπιτιών τους διά να μην τους έλθη καμμιά πέτρα στα μούτρα! Είναι περίεργον πώς επιτρέπονται να προβάλλωνται τέτοια πράγματα, που αδικαιολογήτως μας δυσφημίζουν εις τα μάτια των ξένων, μάλιστα αυτές τις ημέρες, που φιλοξενούμε πάρα πολλούς από αυτούς και που πολλοί, ασφαλώς, θα θελήσουν να ιδούν και ένα ελληνικόν φιλμ".



Σχετικά θέματα:
"Γκόλφω": Η πρώτη ελληνική ταινία μεγάλου μήκους
Η κινηματογραφική "Αστέρω" του 1929 - Ένα πλήρες αφιέρωμα και 14 σπάνιες φωτογραφίες

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου