9 Ιουλίου 2024

Τζένη Καρέζη: 1989-1992. Τα τελευταία χρόνια ενός αξέχαστου «μύθου» του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου

Τη χειμερινή θεατρική σεζόν 1988-89, η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος παρουσίασαν με μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία στο θέατρο «Αθήναιον» (σήμερα θέατρο «Τζένη Καρέζη»), θιασάρχες σ’ αυτό επί μία δεκαετία, το κλασικό έργο του Άντον Τσέχωφ «Ο Βυσσινόκηπος» σε μετάφραση του Λυκούργο Καλλέργη και σύμφωνα με τη σκηνοθετική ματιά του καταξιωμένου σκηνοθέτη –και φίλου των δύο πρωταγωνιστών– Ολέγκ Εφραίμωφ.

Σ’ ένα κοινό εισαγωγικό σημείωμα, που περιλαμβανόταν στο επίσημο πρόγραμμα της παράστασης, η Τζένη και ο Κώστας εξηγούσαν την επιλογή του έργου, που ερχόταν σε συνέχεια μιας σειράς ριψοκίνδυνων «δύσκολων» επιλογών (με τεράστια όμως εμπορική επιτυχία), εκφράζοντας παράλληλα το κοινό θεατρικό τους όραμα:

«Ο κάθε καλλιτέχνης, μικρός ή μεγάλος, προσπαθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να κατανοήσει τον κόσμο του, την εποχή του, να κατανοήσει αυτό το πολύπλοκο και μυστηριώδες φαινόμενο, που λέμε “άνθρωπο”. Έχουμε κι εμείς αυτή την έγνοια. Θέλουμε το πέρασμά μας από το θέατρο, ν’ αφήσει λίγη ομορφιά. Μπορεί να ‘ναι μεγάλη η φιλοδοξία αλλά είναι μεγάλη και η προσπάθεια. [...]».

Παρά τη μεγάλη εμπορική επιτυχία, η παράσταση κατέβηκε αιφνιδιαστικά στα τέλη Φεβρουαρίου 1989. Την τελευταία μέρα του μήνα η Τζένη και ο Κώστας ταξίδεψαν στο Λονδίνο συνοδευόμενοι από το γιο τους, Κωνσταντίνο, ο οποίος εκείνη την περίοδο υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του.

Η είδηση της εσπευσμένης αναχώρησης των δύο αγαπημένων ηθοποιών στη βρετανική πρωτεύουσα διέρρευσε στον τύπο, χωρίς όμως να γίνει γνωστός ο λόγος του ταξιδιού. Μόλις στις 4 Μαρτίου έφτασε μια ανακοίνωση στα δημοσιογραφικά γραφεία, που ενημέρωνε αόριστα ότι «Ένα οξύ και ξαφνικό περιστατικό υγείας μας ανάγκασε να φύγουμε αμέσως στο εξωτερικό για την άμεση αντιμετώπισή του. Μιλάμε στον πληθυντικό γιατί λειτουργούμε σαν ένα σώμα και ως μια ψυχή και ό,τι μας συμβαίνει... συμβαίνει σε όλους μας».

Αρχικά αναπτύχθηκε μια φημολογία για κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε είτε η Τζένη είτε ο Κώστας, χωρίς να μπορεί να επιβεβαιωθεί είτε η μία εκτίμηση είτε η άλλη, μιας και τα μέλη του θιάσου, που είχαν ενημερωθεί για την κατάσταση, τηρούσαν σιγή ιχθύος. Κι επειδή η φημολογία φούντωνε, γρήγορα ήρθε και η διευκρίνιση: ασθενής ήταν η Τζένη. Τις επόμενες εβδομάδες έγιναν γνωστές περισσότερες λεπτομέρειες, ότι δηλαδή η αγαπημένη πρωταγωνίστρια του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου είχε υποβληθεί σε επιτυχημένη εγχείρηση όγκου, στην επιτυχία της οποίας –έγραφαν τα δημοσιεύματα της εποχής– είχε συμβάλει το γεγονός ότι η Τζένη είχε καταφέρει ν’ απαλλαγεί από τον εθισμό του καπνίσματος ακολουθώντας τις συμβουλές των γιατρών της.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα ν’ ανοίξω μια παρένθεση για τη σχέση της Τζένης Καρέζη με το τσιγάρο σε νεότερη ηλικία, ανατρέχοντας σ’ ένα αφιέρωμα της Μεσημβρινής το Φεβρουάριο του 1964. Τότε, συνεργάτης της εφημερίδας είχε ρωτήσει Έλληνες ηθοποιούς για τη σχέση τους με το κάπνισμα και η Τζένη του απάντησε: «Εκάπνιζα πάρα πολύ. Περίπου 70 τσιγάρα την ημέρα. Σήμερα, ύστερα από προσπάθειες, συμβιβάζομαι και με 30. Και θέλω να το ελαττώσω στα 20. Είμαι βεβαία ότι θα τα καταφέρω. Γιατί, μη σκεφθήτε πως μου είναι απαραίτητος ο καπνός και θα υποφέρω αν δεν καπνίσω. Απλούστατα, μου έχει γίνει συνήθεια και συντροφιά στην δουλειά μου. Θεωρώ το κάπνισμα σαν καταφύγιο της νευρικότητος».

Πίσω στο 1989 και στην πρώτη περιπέτεια υγείας της Τζένης Καρέζη. Η επιστροφή στην Ελλάδα έγινε απροειδοποίητα στις 12 Απριλίου. Μία μέρα αργότερα, στάλθηκε μια επιστολή στις εφημερίδες διασαφηνίζοντας την κατάσταση:

«Τώρα που τέλειωσε όλη αυτή η περιπέτεια και γύρισα στον τόπο μου, υγιέστατη και γεμάτη όνειρα και σχέδια για το μέλλον, θά θελα να πούμε, έστω και αναδρομικά, ορισμένα πράγματα.

Το πρόβλημα της υγείας μου υπήρξε εντελώς αιφνιδιαστικό. Προέκυψε δύο μόλις εβδομάδες πριν φύγουμε για το Λονδίνο. Το πρώτο πράγμα που σκεφτήκαμε ήτανε ότι δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να διακοπούν οι παραστάσεις του «Βυσσινόκηπου», που εξακολουθούσε για έκτο μήνα ν’ ανθίζει μαγικά μέσα στη φετινή χαοτική Αθήνα.

Ως την τελευταία στιγμή ελπίζαμε ότι θα γυρίζαμε σε τρεις-τέσσερις μέρες από το Λονδίνο, θα κλείναμε κανονικά τη σεζόν και μετά θα φεύγαμε ένα ταξίδι «αναψυχής», θα επιστρέφαμε στο Λονδίνο όπου θ’ άρχιζε και θα τελείωνε η θεραπεία μου. Θα είχε αποφευχθεί έτσι ο όποιος θόρυβος, η αναστάτωση της κοινής γνώμης, η ακατάστατη και ανεξέλεγκτη φημολογία και η δική σας ανησυχία και τυχόν ταλαιπωρία.

Ακόμα και τα ζώα έχουν το δικαίωμα να κρύβουνε και να γιατρεύουνε μόνα τις πληγές τους. Κυρίως όταν αυτές μπορούν να γιατρευτούν. Εγώ δυστυχώς δεν το κατόρθωσα. Έπρεπε, και πολύ σωστά, να προηγηθεί η πλήρης αποκατάσταση της υγείας μου. Πράγμα που έγινε κατά τον πλέον ιδανικό τρόπο. Το πρόβλημα, ευτυχώς, δεν ήτανε τόσο σοβαρό, όσο νομίσαμε στην αρχή.

Υ.Γ. Αυτό το γράμμα το ‘γραψα γεμάτη χαρά λίγες ώρες πριν μπω στο αεροπλάνο που θα με γύριζε στη χώρα μου. Δε σκέφτηκα να ειδοποιήσω για την άφιξή μας. Στο κάτω-κάτω υπήρξα πάντα μια γυναίκα που φωτογραφιζότανε για τη δουλειά της και για το ενδιαφέρον που τυχόν προκαλούσε η ίδια. Και όχι γιατί υπήρξε άρρωστη, λιγότερη άρρωστη ή σχεδόν καθόλου άρρωστη.

Κανένα μυστήριο λοιπόν. Καμιά προφύλαξη. Και βέβαια, καμία αδυναμία. Λίγη ευαισθησία μόνον... Και ίσως κάποια άρνηση για μια εμφάνιση σε κάποια... αρένα, που δεν είναι η δική μου. Δηλαδή η σκηνή.»

Τότε, η περιπέτεια της υγείας της έμοιαζε για την Τζένη μια σκοτεινή παρένθεση και μόνο. Ούτε μία εβδομάδα δεν συμπληρώθηκε από την επιστροφή στην Αθήνα και μαζί με τον Κώστα Καζάκο συνάντησαν το Γεωργιανό σκηνοθέτη Ρόμπερτ Στούρουα για τις ανάγκες του έργου που θα παρουσίαζαν στην Επίδαυρο το καλοκαίρι του 1989, τον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή –ο Κώστας Καζάκος ως Οιδίποδας και η Τζένη Καρέζη στο ρόλο της Ιοκάστης.

Η συγκεκριμένη παράσταση έμεινε στην ιστορία για τις έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε στην πρεμιέρα (4 Αυγούστου) η εμφάνιση της ηθοποιού Άννας Μακράκη ως Εξάγγελος ανάβοντας ένα τσιγάρο επί της σκηνής του αρχαίου θεάτρου σύμφωνα με τη σκηνοθετική οδηγία. «Αίσχος», «ντροπή» σβήσ’ το», «εδώ είναι τραγωδία», «έξω οι Ρώσοι» ήταν κάποιες από τις φωνές που ακούστηκαν στην πρεμιέρα του έργου από τα ορεινά διαζώματα και το σκηνοθετικό εύρημα δεν επαναλήφθηκε την επόμενη βραδιά.

Τη χειμερινή σεζόν 1989-90, η Τζένη και ο Κώστας δεν παρουσίασαν κάποια δουλειά στο θέατρο «Αθήναιον», το οποίο και παραχώρησαν στο Δημήτρη Παπαμιχαήλ και την Ελένη Χατζηαργύρη, οι οποίοι παρουσίασαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα τον «Αμπιγιέρ» του Ρόναλντ Χάργουντ.

Η αποχή της Τζένης από το θέατρο συνεχίστηκε το καλοκαίρι του 1990, κατά τη διάρκεια του οποίου είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει το γιο της, Κωνσταντίνο, στην πρώτη του θεατρική παράσταση ως απόφοιτος του πρώτου έτους της δραματικής σχολής του Θεάτρου Τέχνης, στην οποία φοιτούσε, με το έργο «Οδυσσέα, γύρισε σπίτι» του Ιάκωβου Καμπανέλλη στο Ηρώδειο.

Παράλληλα, το ίδιο καλοκαίρι επέστρεψε στα τηλεοπτικά στούντιο για το γύρισμα του σίριαλ «Μαύρη χρυσαλλίδα». Ήταν η τρίτη τηλεοπτική δουλειά της Τζένης μετά τη «Μαρίνα Αυγέρη» το 1973 (σε δικό της σενάριο) και τη «Μεγάλη Περιπέτεια» τη σεζόν 1976-77. Η «Μαύρη Χρυσαλίδα» είναι το μόνο από τα τρία σίριαλ που σώζεται στο αρχείο της ΕΡΤ και προβάλλεται τακτικά, κυρίως τις μέρες κοντά στην εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου δεδομένου ότι η πλοκή του εξελίσσεται την περίοδο της γερμανικής Κατοχής. Έτσι, έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε τις υποκριτικές ικανότητες της Τζένης Καρέζη σε μια πιο ώριμη ηλικία.

Ακόμη πιο σημαντικά βέβαια είναι κάποια λίγα αποσπάσματα που έχουν ανέβει στο Youtube –με αρχικά πηγή μάλλον κάποιο αφιέρωμα του Mega Channel στην πολυαγαπημένη ηθοποιό τη δεκαετία του ‘90– από την τελευταία θεατρική δουλειά της Τζένης Καρέζη με το έργο «Διαμάντια και Μπλουζ» της Λούλας Αναγνωστάκη στο θέατρο «Αθήναιον» το χειμώνα του 1990-91.

Ακόμη μια μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία σ’ ένα έργο που η ίδια η Τζένη λάτρεψε και επιθυμούσε να ανεβάσει για δεύτερη σεζόν, όμως η απρόοπτη επιδείνωση της υγείας της δεν της το επέτρεψε τελικά.

Σταδιακά, τα ταξίδια στο Λονδίνο για ιατρικούς λόγους άρχισαν να γίνονται ολοένα πιο συχνά, ανά δεκαπενθήμερο. Στις 25 Απριλίου 1992, Μεγάλο Σάββατο αλλά και ημέρα γενεθλίων του μοναχογιού της, η Τζένη νοσηλεύτηκε εσπευσμένα στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου διαγνώστηκε με υποφρακτική ανουρία και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση το ίδιο κιόλας βράδυ.

Η επέμβαση ήταν επιτυχημένη και λίγες μέρες αργότερα η Τζένη θέλησε για ακόμη μια φορά να επικοινωνήσει με τον κόσμο και παράλληλα να ευχαριστήσει τους γιατρούς της με μια αφοπλιστικά ειλικρινή επιστολή, που δημοσιεύτηκε στον τύπο αρχές Μαΐου:

«Τρία χρόνια τώρα, ταλαιπωρούμαι με σοβαρό πρόβλημα στην υγεία μου. Με φωτεινά διαλείμματα βέβαια, και με ενδιάμεσο τον περσινό χειμώνα, και την ευτυχία να παίξω το αριστούργημα της Λούλας Αναγνωστάκη «Διαμάντια και Μπλουζ» στο θέατρο «Αθήναιον» και να αγαπηθεί τόσο το έργο, η παράσταση, και εγώ προσωπικά, από το αθηναϊκό κοινό.

Ο Θεός του θεάτρου, για άλλη μια φορά, στάθηκε καλός και γενναιόδωρος μαζί μου και πίστευα ότι αυτή η ευτυχία θα συνεχιζότανε και φέτος. Ότι θα επαναλαμβάναμε τα «Διαμάντια και Μπλουζ» στο θέατρό μας και ότι στη συνέχεια θα το παρουσιάζαμε στη Θεσσαλονίκη.

Δε στάθηκε δυνατό. Δυστυχώς. Και πέρασα έναν ολόκληρο χειμώνα ανάμεσα Αθήνα - Λονδίνο, δίνοντας μάχη με την αρρώστια μου και έχοντας πάντα μαζί μου τον ακριβό μου σύντροφο Κώστα Καζάκο και τον μονάκριβο γιο μου Κωνσταντίνο.

Στις πολύ δύσκολες στιγμές της ζωής, ο κάθε άνθρωπος λειτουργεί διαφορετικά. Άλλος ξορκίζει το κακό φωνάζοντας, άλλος βγάζοντας προς τα έξω την απελπισία του, άλλος σιωπώντας και μαχόμενος καρτερικά.

Αυτή η τελευταία είναι και η δική μου περίπτωση. Μαζί με την οικογένειά μου, θα αγωνιστώ για την υγεία μου, για τη ζωή μου, και για την επάνοδό μου στη σκηνή.

Ευχαριστώ τον Τύπο και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για τη διακριτική τους στάση, ευχαριστώ όλον τον κόσμο, ανώνυμους και επώνυμους, για τη συμπαράσταση και την αγάπη τους, και ας είναι σίγουροι ότι όλες μου οι προσπάθειες είναι για να ξαναβρεθώ κοντά τους μέσω της δουλειάς μου.

Επίσης, αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω την εκπληκτική ομάδα των γιατρών του Ουρολογικού Τμήματος του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου, για την ετοιμότητα με την οποία αντιμετώπισα, το Μεγάλο Σάββατο το μεσημέρι, την καινούργια και μάλλον επικίνδυνη περιπέτεια της υγείας μου. Ιδιαιτέρως ευχαριστώ τους θεράποντες γιατρούς μου καθηγητή Νίκο Δαβίλα και το γιο του Ηλία Δαβίλα, για το επιστημονικό τους κύρος, τη βαθιά ανθρωπιά τους και το θερμό ενδιαφέρον με το οποίο με περιέβαλαν.

Θέλω να ζω με τους δικούς μου. θέλω να κάνω τη λατρεμένη μου δουλειά. Θέλω να προσφέρω. Ν’ αγαπώ και να με αγαπούν. Δε χάνονται αυτά. Δεν πρέπει να χαθούν. Δεν θέλω να χαθούν. Και πάντα θα ελπίζω.»

Η ελπίδα ήταν ισχυρή, αλλά όχι αρκετή. Στις 28 Μαΐου η Τζένη Καρέζη εισήχθη για ακόμη μια φορά στο νοσοκομείο, στο «Αρεταίειο» αυτήν τη φορά, για ολιγοήμερη νοσηλεία από επιπλοκή που παρουσιάστηκε μετά την αδυναμία του οργανισμού της να δεχτεί την αντιβίωση, όπως έγραφαν οι εφημερίδες.

Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει και η μάχη με το θάνατο συνεχίστηκε στο σπίτι της στην οδό Ίωνος Δραγούμη 34 στα Ιλίσια με συμπαραστάτες το σύζυγό της, το γιο τους, τη μητέρα της και καλούς φίλους που την επισκέπτονταν συχνά, όπως ο Σταμάτης Φασουλής, ο Γιώργος Κιμούλης και η Μαρία Δαμανάκη.

Τα ξημερώματα της 27ης Ιουλίου 1992 τα διαπεραστικά όμορφα πρασινογάλαζα μάτια της Τζένης έκλεισαν για πάντα. Δυο μέρες αργότερα, πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε στη Μητρόπολη Αθηνών στις 4 το απόγευμα και την συνόδεψε  στην τελευταία της κατοικία στο Α΄ Νεκροταφείο.

«Τι να σας πω, είμαι άφωνη. Μόλις τό μαθα τη νύχτα, ήρθα στην Αθήνα. Ήμουν κοντά της όλη της τη ζωή, όλη μας τη ζωή. Δεν θέλω να δεχτώ ότι η Τζένη πέθανε. Η Τζένη Καρέζη, το μοναδικό αυτό κορίτσι που σφράγισε με την προσωπικότητά της, το μεγάλο ταλέντο της και την παρουσία της, που τίμησε το ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο με το πέρασμά της, έφυγε και τώρα είναι στη Γειτονιά των Αγγέλων. Θα ζει για πάντα, όσο ζούμε εμείς. Κι όταν εμείς δεν θα υπάρχουμε, εκείνη θα ζει», δήλωσε η Αλίκη Βουγιουκλάκη στην εφημερίδα Μεσημβρινή.

Στην ίδια εφημερίδα ο Ντίνος Ηλιόπουλος, αρκετές φορές συμπρωταγωνιστής της Τζένης στο θέατρο και στον κινηματογράφο, σημείωσε μεταξύ άλλων: «Ήμουν πάντα ερωτευμένος με την ομορφιά της και τη χάρη της, έτσι που νομίζω ότι θα τη θυμάμαι πάντα με τις φωτογραφίες μας, τις ταινίες μας...».

Και η Μελίνα Μερκούρη: «Θέλω να πω για την Τζένη ότι λάτρεψε το θέατρο. Το λάτρεψε μέχρι την τελευταία της στιγμή και το μεγάλο της παράπονο ήταν ότι δεν θα μπορούσε να παίξει το χειμώνα. Είναι από τις πιο σκληρές στιγμές που έχω περάσει στη ζωή μου. Όταν σκέφτομαι ότι αυτό το φωτεινό μωράκι, αυτή η γεμάτη ζωή γυναίκα, η ταλαντούχα γυναίκα, δεν είναι πια μαζί μας. Την αγάπησα πολύ».

Δύο εβδομάδες μετά την απώλεια της αγαπημένης τους κόρης, συντρόφου και μητέρας, η οικογένεια της Τζένης Καρέζη (η μητέρα της, Θεώνη, ο Κώστας Καζάκος και ο γιος τους, Κωνσταντίνος) δημοσίευσαν μια ευχαριστήρια επιστολή προς όλον εκείνον τον κόσμο που είχε σπεύσει να τους συμπαρασταθεί:

«Σ’ αυτήν την τραγική μας ώρα, η συμπαράστασή τους αποτελεί αληθινή παρηγοριά.

Ευχαριστούμε με όλη μας την καρδιά τους φίλους δημοσιογράφους, όλων των μέσων ενημέρωσης, για το υψηλό επίπεδο παρουσίασης και τα ειλικρινή αισθήματα αγάπης και εκτίμησης, με τα οποία περιέβαλαν τη γυναίκα και την καλλιτέχνιδα Τζένη Καρέζη.

Ακόμα θέλουμε να εκφράσουμε τη βαθιά μας ευγνωμοσύνη σ’ αυτό το μεγάλο πλήθος, σ’ αυτό το υπέροχο ελληνικό κοινό, που πέρασε συγκινημένο, με απαράμιλλο πλήθος, με αληθινά έμφυτη ευγένεια και αποχαιρέτησε το αγαπημένο μας κορίτσι.

Αυτό το κοινό, που άδολα και ανυπόκριτα αγάπησε την Τζένη, την στήριξε από τα πρώτα της βήματα, την καθοδήγησε και την κράτησε ψηλά στο δύσκολο δρόμο της Τέχνης της».


ΧΑΡΑΥΓΗ, 29.07.1992 (pressarchive.cy/)
 

 

Ίσως σας ενδιαφέρει κι αυτό:

-- Η πορεία προς το θάνατο - Οι τρεις τελευταίοι μήνες της Αλίκης Βουγιουκλάκη


  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου